Πέμπτη 12 Νοεμβρίου 2020

Η εχθρότητα του αστικού συστήματος απέναντι στο δικαίωμα της απεργίας



Ζαχαρίας ΜΑΜΜΑΤΑΣ, δικηγόρος

Η διαδικασία κήρυξης απεργίας και το πλαίσιο δικαστικής επίλυσης των σχετικών με την απεργία διαφορών ρυθμίζονται από τον Ν.1264/1982. Σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 3 του Ν.1264/1982 «δεν επιτρέπεται η δικαστική απαγόρευση απεργίας με ασφαλιστικά μέτρα». Η απαγόρευση αυτή τέθηκε προκειμένου να μην αρκεί πιθανολόγηση για να γίνει δεκτό το αίτημα του εργοδότη ή της εργοδοτικής οργάνωσης να κηρυχθεί η απεργία παράνομη, αλλά να απαιτείται πλήρης δικανική πεποίθηση. Η ρύθμιση όμως αυτή συμπληρώνεται από τη διάταξη της παρ. 4 εδ. β' του ίδιου άρθρου, με βάση την οποία «σε επείγουσες περιπτώσεις οι πρόεδροι των αρμοδίων πρωτοβαθμίων και δευτεροβαθμίων δικαστηρίων προσδιορίζουν σύντομη δικάσιμη και συντέμνουν τις προθεσμίες επίδοσης των δικογράφων, ώστε η συζήτηση να πραγματοποιηθεί μέσα σε τρεις (3) ημέρες από την κατάθεσή τους, ανεξάρτητα από τον αριθμό των υποθέσεων που εκκρεμούν». Στο ίδιο δηλαδή άρθρο του νόμου θεσπίζεται η δυνατότητα παράκαμψης της απαγόρευσης που έχει τεθεί. Πρακτικά, η συζήτηση προσδιορίζεται το αργότερο την επόμενη μέρα από την υποβολή της αγωγής του εργοδότη, αποτελώντας την πιο γρήγορη διαδικασία εκδίκασης ενδίκου βοηθήματος στα ελληνικά δικαστήρια.

(...) Η ταχύτητα ανταπόκρισης της ελληνικής Δικαιοσύνης στις περιπτώσεις απεργίας, αλλά και το συντριπτικό ποσοστό στο οποίο γίνονται δεκτές οι αγωγές των εργοδοτών - εργοδοτικών οργανώσεων για την κήρυξη των απεργιών ως παράνομων ή καταχρηστικών, είναι στοιχεία που επιβεβαιώνουν την εχθρότητα του αστικού καπιταλιστικού συστήματος απέναντι στο δικαίωμα της απεργίας.

Κανένα άλλο δικαίωμα δεν έχει προσβληθεί σε τέτοιο βαθμό στον πυρήνα του με τόσες δικαστικές αποφάσεις. Τούτο οφείλεται στο ότι για τον δικαστή αρκεί να διαγνώσει ότι με την απεργία θα προκληθεί ζημία στον εργοδότη, ώστε να κρίνει ότι η απεργία είναι καταχρηστική. Ωστόσο, η απεργία από τη φύση της είναι δικαίωμα η άσκηση του οποίου προκαλεί ζημία στον εργοδότη και λειτουργεί αντισταθμιστικά στη διαπραγματευτική ανισότητα των μερών στη σύμβαση εργασίας. Με αυτό το επιχείρημα, αντίστοιχη ζημία αναλαμβάνει και ο εργαζόμενος που συμμετέχει σε απεργία και χάνει το μισθό του. Η απώλεια αυτή του μισθού μάλιστα είναι πολύ πιο ουσιώδης για τον εργαζόμενο που εργάζεται για να εξασφαλίσει τον βιοπορισμό του, σε σύγκριση με την ενδεχόμενη απώλεια κερδών του εργοδότη.

Η στάση αυτή της ελληνικής Δικαιοσύνης επιδρά περαιτέρω στην ουσιαστική ανισότητα εργοδότη - εργαζόμενου, καθώς στερεί από την πλευρά του εργαζόμενου το πλέον ισχυρό όπλο και ενισχύει έμπρακτα την πλευρά του εργοδότη, ο οποίος γνωρίζει ότι απολαμβάνει την προστασία της ελληνικής Δικαιοσύνης, που με ελάχιστες εξαιρέσεις θα τον βοηθήσει στο να μη δεχτεί τα αιτήματα των εργαζομένων.

Ριζοσπάστης 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου