Στον απόηχο της επίθεσης με ιρανικά drones στο Ακρωτήρι της Κύπρου και της στάθμευσης ελληνικών και άλλων ευρωπαϊκών στρατιωτικών δυνάμεων στο νησί, εντείνεται η συζήτηση για αλλαγές στο καθεστώς των βρετανικών βάσεων, που κατοχυρώθηκαν το 1960 από τις Συνθήκες ίδρυσης της Κυπριακής Δημοκρατίας. Επιχειρηματολογώντας υπέρ της άμεσης ένταξης της Κυπριακής Δημοκρατίας στο ΝΑΤΟ, ο πρώην επίτροπος της ΕΕ Μ. Σχοινάς έλεγε πως «θα ενίσχυε σημαντικά την προοπτική σταθερότητας στη Νότια Ευρώπη», καθώς «η Κύπρος είναι το μόνο μη μέλος του ΝΑΤΟ στην πρώτη γραμμή της γεωπολιτικής αναταραχής». Η ένταξή της στο ΝΑΤΟ «θα ήταν μια φανταστική ευκαιρία να οδηγήσουμε τη συμμαχία μισή ώρα μακριά από τη Βηρυτό, να φέρουμε το ΝΑΤΟ στην πρώτη γραμμή του γεωπολιτικού διχασμού». Το συνέδεσε μάλιστα με την «επίλυση του Κυπριακού», αναμασώντας τα ίδια παραμύθια που ακούγονταν και πριν 22 χρόνια, όταν η Κύπρος γινόταν μέλος της ΕΕ.
Αμεση ένταξη θέλει και η κυπριακή κυβέρνηση. Εκφράζει όμως τη λύπη της επειδή «από τη στιγμή που η Τουρκία θα έλεγε "όχι", σήμερα, δεν έχει νόημα η υποβολή αιτήματος ένταξης» στο ΝΑΤΟ. Σε κάθε περίπτωση, «αυτό που έχει νόημα» είναι «να γίνεται ό,τι μπορούμε» σε επίπεδο τεχνολογικό και εξοπλιστικό ώστε «να είμαστε έτοιμοι (...) όταν οι συνθήκες το επιτρέψουν». Την ίδια ώρα στον κυπριακό Τύπο γράφονται απόψεις όπως ότι «το θέμα των βάσεων μπορεί να μετατραπεί από ιστορικό κατάλοιπο σε αντικείμενο ουσιαστικής διαπραγμάτευσης για το μέλλον της ασφάλειας στην Ανατολική Μεσόγειο», και διατυπώνονται μάλιστα προτάσεις σε συνάρτηση με τις συνομιλίες για το Κυπριακό: Από «περιορισμό της έκτασης των βάσεων» και «κοινή χρήση των στρατιωτικών εγκαταστάσεων», μέχρι «μετατροπή τους σε πολυεθνικές εγκαταστάσεις» και «ευρωπαϊκές εγκαταστάσεις ασφάλειας ή ανθρωπιστικής υποστήριξης», ακόμα και με «καταβολή οικονομικού ανταλλάγματος».
