Ερωτήματα σχετικά με τα επιχειρησιακά όρια και τις στρατιωτικές δυνατότητες των ΗΠΑ και του Ισραήλ έχουν τεθεί από τις πρώτες φάσεις του πολέμου στο Ιράν.
Ομως το αφήγημα του «παντοδύναμου» και άτρωτου αμερικάνικου στρατού, που διακινεί πρώτη απ' όλους η κυβέρνηση Τραμπ και αναπαράγεται από τα ευρωατλαντικά Μέσα Ενημέρωσης, δέχεται το ένα χαστούκι πίσω από το άλλο, όσο ξεδιαλύνει η εικόνα στο πεδίο και πυκνώνουν οι αντιφατικές δηλώσεις του Αμερικανού Προέδρου για το τι τελικά επιδιώκει να πετύχει στη Μέση Ανατολή με την ισχύ της πολεμικής του μηχανής.
Εύκολα γίνεται αντιληπτό ότι οι «αντικειμενικοί στόχοι» της αμερικανο-ισραηλινής επέμβασης συρρικνώνονται διαρκώς, ενώ έχουν εγκαταλειφθεί εντελώς οι αρχικές πομπώδεις δηλώσεις για γρήγορη ανατροπή του καθεστώτος στο Ιράν, πλήρη συντριβή της αεράμυνας, κυριαρχία των ΗΠΑ στον αέρα και άλλα παρόμοια... Ακόμα και ο τωρινός αποκλεισμός του Ορμούζ αμφισβητείται για την αποτελεσματικότητά του από πολλούς αναλυτές, που σημειώνουν ότι είναι επιχειρησιακά αδύνατος με τις δυνάμεις που διατάσσουν οι ΗΠΑ για την υλοποίησή του.
Μια άλλη πλευρά της πραγματικότητας «επί του πεδίου» δίνουν δημοσιεύματα στον διεθνή Τύπο. Σύμφωνα με αυτά, τα πυραυλικά αποθέματα των Αμερικανών εξαντλούνται, ο «Σιδηρούς Θόλος» των Ισραηλινών αποδεικνύεται διάτρητος και οι ΗΠΑ αναγκάζονται να αδειάσουν αποθήκες στη Νότια Κορέα, στην Ταϊβάν και αλλού, για να ανταποκριθούν στη διάρκεια και στην ένταση του πολέμου στη Μέση Ανατολή.
Επιβεβαιώνεται ότι ο πόλεμος δεν ήταν ένα «αστραπιαίο» ή «χειρουργικό» χτύπημα, αλλά συνεχίζει να απαιτεί την αγκίστρωση στη Μέση Ανατολή μεγάλου τμήματος του διαθέσιμου οπλοστασίου των ΗΠΑ. Οχι μόνο για τον βομβαρδισμό του Ιράν με χιλιάδες πυραύλους, αλλά και για την απόκρουση των ιρανικών αντιποίνων, που αποδείχτηκαν πολύ πιο ισχυρά και καίρια απ' ό,τι υπολόγιζαν αρχικά οι Αμερικανο-ισραηλινοί.


