Εν όψει εκλογών, σε
κάποιον από τους επόμενους 10 μήνες, στον πολιτικό χώρο έχουν αρχίσει
οι ανακατατάξεις, ανασυντάξεις, μετατοπίσεις παντός είδους και
βεληνεκούς, σε μια προσπάθεια να συγκρατηθεί ή και
ν’ ανατραπεί η εξέλιξη κάποιων διαφαινόμενων
κοινωνικών τάσεων και βαθύτερων
πολιτικών ρευμάτων που με διευρυνόμενους ρυθμούς μοιάζει τα τελευταία
χρόνια να έρχονται στην επιφάνεια. Για να συσκοτιστεί η ιστορική μνήμη, να
παραπλανηθεί το ταξικό ένστικτο και να λοξοδρομήσουν οι πολιτικές προτιμήσεις των
λαϊκών στρωμάτων στις προσφερόμενες επιλογές της κυρίαρχης εξουσίας.
Άρχισαν
ήδη λοιπόν να στήνονται τα σκηνικά των νέων κομμάτων και αναμένονται και άλλων,
για κατανάλωση οραμάτων, ιδεών, συμβόλων, προσδοκιών. Ένας καταιγισμός λέξεων,
επιφωνημάτων, ομιλιών που θέλουν να
διαμορφώνουν έναν κόσμο χωρίς μνήμη, μα με αναπολήσεις και υπαγορευμένες βεβαιότητες για το μέλλον.
Το ίδιο το πολιτικό σύστημα
μοιάζει να ανακυκλώνεται και πάλι, μετά
την προβληματική του ανάκαμψη από την οικονομική κρίση του 2010. Οι
παραδοσιακές διαιρέσεις και συγκρούσεις που αναπαρήγαγε ο δικομματισμός, όπως
συντήρηση και προοδευτισμός, οπισθοδρόμηση και μεταρρύθμιση, που βρήκαν την
τελευταία τους έκφραση στο δίπολο Νέα Δημοκρατία και ΣΥΡΙΖΑ μοιάζει να
εκλείπουν, γιατί δεν ανταποκρίνονται στην υλική πραγματικότητα και δεν πείθουν
παρά ελάχιστους. Σ΄ ένα ζοφερό μάλιστα περιβάλλον είναι πολύ αμφίβολο αν για δεύτερη φορά μπορεί
αμελητέα ιστορικά πρόσωπα, όπως ο Κ. Μητσοτάκης και ο Α. Τσίπρας, με την αρωγή
των μέσων ενημέρωσης, να συνεχίσουν να διαδραματίζουν κεντρικό πολιτικό ρόλο, όχι χάρη στην
πολιτική τους, πολύ περισσότερο ούτε χάρη στις αρετές τους, αλλά χάρη στην …αρετή
της κοινοτοπίας. Που σημαίνει, να συνεχίσουν
να προωθούνται, επειδή στη συγκεκριμένη συγκυρία έχουν «κοινό τόπο», δηλ. εκφράζουν ένα σημείο ισορροπίας όπου
συναρθρώνουν στο επίπεδο θεσμών αναγκαιότητες του συστήματος και υποσχέσεις
στις λαϊκές μάζες, χωρίς να αποβάλλουν τις
πολιτικές τους ετικέτες, συντηρώντας την ψευδαίσθηση της εναλλακτικής λύσης.