Δευτέρα, 3 Μαΐου 2021

Εξελιγμένα λογισμικά παρακολούθησης κινητών στην υπηρεσία κυβερνήσεων και κρατικών υπηρεσιών

 

ΤΟ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΤΟΥ ΙΣΡΑΗΛΙΝΟΥ «PEGASUS»


Το Δεκέμβρη του 2020 ο πρωθυπουργός της Σλοβενίας, Γιάνεζ Γιάνσα, πραγματοποίησε επίσημη επίσκεψη στο Ισραήλ, όπου συναντήθηκε με «εκπροσώπους κορυφαίων εταιρειών στον τομέα της τεχνητής νοημοσύνης και της ασφάλειας στον κυβερνοχώρο», όπως ανακοίνωσε η κυβέρνησή του.

Οταν δημοσιογράφοι ζήτησαν από τον επικεφαλής του Ισραηλινο-σλοβενικού Εμπορικού Επιμελητηρίου να ονομαστούν οι εταιρείες που συμμετείχαν στη συνάντηση, δόθηκαν όλα τα ονόματα των εταιρειών εκτός μίας: Της «NSO Group».

Αργότερα, το υπουργείο Οικονομικών της Σλοβενίας αναγκάστηκε να επιβεβαιώσει ότι στη συνάντηση συμμετείχε και εκπρόσωπος της «NSO», χωρίς όμως να αποκαλύψει άλλες λεπτομέρειες.

Αν και η συγκεκριμένη εταιρεία έχει ως πελάτες μόνο κυβερνήσεις και κρατικές υπηρεσίες, και μάλιστα μόνο μετά από έγκριση του υπουργείου Αμυνας του Ισραήλ, όπως ακριβώς συμβαίνει με τους ομίλους που εξάγουν στρατιωτικούς εξοπλισμούς, είναι λογικό καμία κυβέρνηση να μη θέλει - ανοιχτά τουλάχιστον - να συσχετιστεί μαζί της. Το γιατί εξηγείται πιο κάτω...

Ποια είναι η «NSO Group»

Η «NSO Group» ιδρύθηκε το 2010 από τρία πρώην μέλη της μονάδας «8200», ενός σώματος υποκλοπών σημάτων και αποκρυπτογράφησης που υπάγεται στη στρατιωτική υπηρεσία πληροφοριών του Ισραήλ, «Aman».

Μέσα σε λίγα χρόνια, η αξία της εκτοξεύθηκε. Το 2014, η αμερικανική επενδυτική εταιρεία «Francisco Partners» αγόρασε την «NSO» για 130 εκατ. δολάρια και μόλις έναν χρόνο μετά, σύμφωνα με δημοσιεύματα, επιχείρησε να την πουλήσει για 1 δισ. δολάρια. Η εταιρεία τέθηκε επίσημα προς πώληση για περισσότερα από 1 δισ. δολάρια τον Ιούνη του 2017.

Περιττοί ηλικιωμένοι

 


Σαν να ζούμε σε παλιές γεωργικές κοινωνίες που μαστίζονταν από φτώχεια και λιμό, όπως στην ταινία του Σοχέι Ιμαμούρα «Η μπαλάντα του Ναραγιάμα», όπου οι ηλικιωμένοι στα χωριά, όταν έφθαναν τα 70, έπρεπε οικειοθελώς να αποσυρθούν στη κορυφή του βουνού Ναραγιάμα και να πεθάνουν εκεί, δίχως να συνεχίζουν να επιβαρύνουν τα παιδιά τους.

Όταν άρχισαν να εφαρμόζονται, πριν περίπου 14 μήνες, τα μέτρα για την αποτροπή της εξάπλωσης της πανδημίας, σε μια από εκείνης της εποχής ενημερώσεις του υπουργείου Υγείας, έκανε μεγάλη εντύπωση η έκδηλη συγκίνηση του καθηγητή Σ. Τσιόδρα, όταν μιλούσε για τους ηλικιωμένους που πρέπει να προστατέψουμε πειθαρχώντας στα μέτρα. Γιατί αυτοί οι ηλικιωμένοι όπως είπε «είναι οι μανάδες και πατεράδες μας, οι γιαγιάδες και οι παππούδες μας… Δεν μπορούμε να υπάρχουμε, ούτε να έχουμε ταυτότητα χωρίς αυτούς». Και όλον αυτόν τον χρόνο της πανδημίας οι ηλικιωμένοι, ως ομάδα που έχει χαρακτηριστεί ευπαθής και  κινδυνεύει  από τον κορωνοϊό, ήταν στην επικαιρότητα, με τους ποικίλους εκπροσώπους της κυρίαρχης εξουσίας να συναγωνίζονται στην επίδειξη, σ’ ένα λεκτικό επίπεδο,  ευαισθησίας προς αυτούς. Κι όταν πριν μερικές μέρες η έρευνα για το θάνατο 68 ανθρώπων ηλικιωμένων μέσα σε ένα χρόνο σε μονάδα φροντίδας ηλικιωμένων στα Χανιά  αποκάλυψε τις απαράδεκτες συνθήκες διαβίωσης τους στη δομή, δημοσιογράφοι και αντιπρόσωποί μας στην πολιτική ηγεσία του τόπου εκδήλωσαν τον αποτροπιασμό τους, έκπληκτοι γι’ αυτά που αποκαλύπτονται. Χωρίς βέβαια να προβληματίζονται και να προβαίνουν σε ενέργειες για την έλλειψη δημόσιων δομών πρόνοιας για ηλικιωμένους και επαρκών κρατικών ελέγχων στις ιδιωτικές επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται σ’ αυτόν τον τομέα.

Μια πράξη ταξικής αλληλεγγύης από το Σωματείο Συνταξιούχων ΙΚΑ Ηλιούπολης – Δάφνης – Υμηττού

 


Μια επιστολή συνόδευε την πλαστική σακούλα, με λίγο κρέας και ένα μπουκάλι λάδι που μοίρασε το Σωματείο Συνταξιούχων ΙΚΑ Ηλιούπολη – Δάφνης-Υμηττού. Δεν την έστειλαν με τους «υπαλλήλους τους», τις πήγαν οι ίδιο χωρίς κανάλια, αυτοπροβολές και φανφάρες. Άλλο φιλανθρωπία κι άλλο ταξική αλληλεγγύη

Μια επιστολή συνόδευε την πλαστική σακούλα, με λίγο κρέας και ένα μπουκάλι λάδι που μοίρασε το Σωματείο Συνταξιούχων ΙΚΑ Ηλιούπολη – Δάφνης-Υμηττού. Δεν την έστειλαν με τους «υπαλλήλους τους», τις πήγαν οι ίδιο χωρίς κανάλια, αυτοπροβολές και φανφάρες. Δεν υπήρχε καμία διάθεση για «στρογγυλέματα» αυτής της προσφοράς.

Δεν ήταν «φιλανθρωπία», ήταν μια πράξη αλληλεγγύης. Αυτό που πρόσφεραν δεν ήταν από το περίσσευμα των κλεμμένων από αυτούς που εκμεταλλεύονται, ήταν από το στέρημα τους, απ’ ότι τους έχει μείνει από την κατακρεουργημένη σύνταξή τους. Δεν το έκαναν για να κρύψουν την εκμεταλλευτική τακτική τους απέναντι στους εργαζόμενους, πίσω από μια σακούλα ελεημοσύνης, ούτε για να τους προβάλουν τα κανάλια, ότι είναι τάχα τα καλά αφεντικά που σκέφτονται (λυπούνται) αυτούς που δεν έχουν ούτε τα αναγκαία για να στρώσουν το τραπέζι τους.