Πέμπτη, 3 Απριλίου 2014

Κάγκελα παντού για τον αόρατο εχθρό


Ένα οδοιπορικό-σοκ στο δημοσιογραφικό άβατο των κέντρων κράτησης μεταναστών Έβρου. Του Δημήτρη Ρουμπή, μέλους των Γιατρών Χωρίς Σύνορα.

Ο ανθρώπινος πόνος ευδοκιμεί στον  Έβρο. Διεκδικώντας τον τίτλο ισόβιου πρωταθλητή στη χώρα. Μελαγχολικοί, μοναχικοί φαντάροι περιπλανώνται σε σταθμούς λεωφορείων και τραίνων. Ξεχασμένοι μουσουλμανικοί πληθυσμοί χάνονται καθημερινά ανάμεσα σε δύο κουλτούρες. Μετανάστες και πρόσφυγες από την Ασία και την Αφρική ξυπνάνε απότομα από το ευρωπαϊκό τους όνειρο. Τα κάγκελα, οι φράχτες και τα σύρματα είναι το σήμα κατατεθέν της περιοχής κι έχουν υψωθεί θεόρατα για να διαχωρίσουν τους καλούς από τους κακούς, εμάς από τους άλλους, τους δικούς μας από τους εχθρούς.


Στον ‘Εβρο βρέθηκα για πρώτη φορά αυτόν τον Φεβρουάριο με την ομάδα των Γιατρών Χωρίς Σύνορα. Η οργάνωση παρεμβαίνει στα κέντρα κράτησης μεταναστών και αιτούντων άσυλο της ευρύτερης Θράκης από το 2009 παρέχοντας στους κρατούμενους  το  -όχι-και-τόσο αυτονόητο δικαίωμα στην ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και στην ψυχολογική υποστήριξη.
Είμαι προετοιμασμένος για αυτό που θα συναντήσω. Έχει φροντίσει για αυτό η Χούλια, Ισπανίδα γιατρός με την οποία ταξιδεύουμε από την Αλεξανδρούπολη, περνώντας μέσα από τυπικά, φτωχικά χωριά της ελληνικής υπαίθρου με καλογυαλισμένα και μελαγχολικά μνημεία στην κεντρική πλατεία. «Όταν μου είπαν ότι θα έρθω αποστολή στην Ελλάδα θεώρησα ότι θα ήταν κάτι απλό. Έχω πάει σε διάφορα μέρη, όπως στο Νότιο Σουδάν και στο Πακιστάν, και έχω βιώσει άθλιες καταστάσεις. Σύντομα όμως κατάλαβα πως εδώ μιλάμε για τη σκοτεινή πλευρά της Ευρώπης, μια πλευρά που οι περισσότεροι αγνοούμε».
Μπαίνοντας, ωστόσο, στο Φυλάκιο, το μεγαλύτερο κέντρο κράτησης στον Βόρειο Έβρο, σοκάρομαι. Η άμυνα του καλομαθημένου οργανισμού μου αμέσως προσπαθεί να με προστατεύσει. Φαντάζομαι ότι βρίσκομαι σε σκηνικό από ταινία, κάτι σαν το δικό μας Εξπρές του Μεσονυκτίου. Οι συμβολισμοί είναι αναπόφευκτοι. Ένα κτήριο, σχεδόν στα σύνορα με τη Βουλγαρία και την Τουρκία, έχει μετατραπεί σε αποθήκη ανθρώπων, στοιβάζοντας κυριολεκτικά εκατοντάδες ψυχές. Τέσσερα πέντε μεγάλα κλουβιά - «όχι κελιά» όπως σωστά μου λέει η Άντζι, βελγίδα συνάδελφος που συντονίζει το πρόγραμμα – με κάγκελα μπροστά τους απλώνονται σε έναν σκοτεινό, υγρό και βρώμικο διάδρομο. Το κάθε κλουβί-κελί, όχι πολύ μεγαλύτερο από ένα δυάρι, φιλοξενεί με όρους Ξένιου Δία του νεότερου περισσότερα από 50 άτομα για 22 ώρες την ημέρα επί 18 μήνες. Οι διπλές κουκέτες είναι τόσο συνωστισμένες που οι άνθρωποι δεν μπορούν καν να περπατήσουν στον ανύπαρκτο σχεδόν διάδρομο και αναγκάζονται να μετακινούνται από κρεβάτι σε κρεβάτι φτάνοντας μέχρι τα μπροστινά κάγκελα. Τους βλέπεις παντού. Κάποιοι κοιμούνται, ορισμένοι συζητούν, ένας προσεύχεται, εναποθέτοντας την τελευταία του ελπίδα στο Θεό.