Καθώς η εμπλοκή της χώρας στον όλεθρο του πολέμου βαθαίνει, με τη συμφωνία κυβέρνησης και αστικών κομμάτων, εντείνεται και η επίθεση μέσα στους χώρους δουλειάς, με την εργοδοσία να βλέπει τον πόλεμο είτε ως «ευκαιρία» για μπίζνες και κέρδη, είτε ως αφορμή για επιβολή μέτρων που είχε από πριν στα συρτάρια της. Αλλωστε, η «απόκτηση κουλτούρας πολέμου» για την οποία μιλά η κυβέρνηση έχει στον πυρήνα της και την ένταση της εκμετάλλευσης για τους «εθνικούς στόχους» του κεφαλαίου.
Ετσι, σε κλάδους που είναι στο άρμα της πολεμικής βιομηχανίας, αλλά και σε αυτούς που στρέφονται στην πολεμική οικονομία, προσβλέποντας μεγαλύτερο κομμάτι από τη «λεία», οι εργοδότες ξεδιπλώνουν την πιο βρώμικη επιχειρηματολογία με στόχο την απόσπαση της υποταγής. «Θα βγούμε όλοι κερδισμένοι στο τέλος», «ανοίγονται νέοι ορίζοντες» είναι μόνο κάποια χαρακτηριστικά παραδείγματα που ακούγονται μέσα σε χώρους δουλειάς, τα οποία συνοδεύονται με μεγαλύτερη εντατικοποίηση και χτύπημα δικαιωμάτων, καθώς «η κατάσταση είναι κρίσιμη» και «δεν χωράει διεκδικήσεις».
Ξεχωρίζει προφανώς η απροκάλυπτη χυδαιότητα των εφοπλιστών, που φτάνουν να ζητούν από τα πληρώματα υπογραφές σε «θανατόχαρτα», να πάνε δηλαδή «με δική τους ευθύνη» στις εμπόλεμες ζώνες. Η δολοφονική λίστα μετράει ήδη έναν νεκρό στον Περσικό Κόλπο, τρεις αγνοούμενους και δεκάδες που η ζωή τους βρίσκεται σε κίνδυνο στα Στενά του Ορμούζ, ενώ οι εφοπλιστές μετράνε κέρδη πάνω στα κέρδη από τα ματωμένα ναύλα.
Ο «Ριζοσπάστης» δίνει συνέχεια σε αυτό το φύλλο, μεταφέροντας εικόνα και από άλλους κλάδους, όπως της Ενέργειας, των Μετάλλου και των ελεγκτικών εταιρειών, αλλά και από τον βρώμικο ρόλο του εργοδοτικού και κυβερνητικού συνδικαλισμού, που ξεχρεώνει γραμμάτια στο κεφάλαιο εξασφαλίζοντας την κοινωνική «νηνεμία» σε πολεμικές συνθήκες.