Σάββατο, 10 Απριλίου 2021

«Διαβάζοντας» τις εξελίξεις με βάση τις Θέσεις

 

«Στιγμιότυπα» της επικαιρότητας, υπό το φως των εκτιμήσεων των Θέσεων της ΚΕ για το 21ο Συνέδριο του ΚΚΕ

 

Οσο περνάει ο καιρός, και παρά το γεγονός ότι η πανδημία συνεχίζεται ακάθεκτη, τόσο τα ζητήματα της οικονομίας έρχονται στο προσκήνιο. Το λεγόμενο «αναπτυξιακό σχέδιο» που παρουσίασε η κυβέρνηση τις προηγούμενες μέρες, η πρόθεσή της να φέρει νέο πακέτο αντεργατικών μέτρων, οι δυσοίωνες προβλέψεις για εκτίναξη της φτώχειας, της ανεργίας, της «ευελιξίας» και των πτωχεύσεων την «επόμενη μέρα» (βλέπε εκτιμήσεις Τράπεζας της Ελλάδας) είναι χαρακτηριστικά δείγματα. Από την άλλη, την ίδια ώρα που ακούμε για τα «τεράστια πακέτα» που «θα μεταμορφώσουν την Ελλάδα», για τη «λαμπρή επόμενη μέρα» και τη «μοναδική ευκαιρία», κόσμος πεθαίνει έξω από τις ΜΕΘ επειδή όπως λένε «τα χρήματα δεν είναι απεριόριστα».

Τα ζητήματα αυτά μπαίνουν στην αντιπαράθεση ανάμεσα στις πολιτικές δυνάμεις - όταν βεβαίως δεν κυριαρχεί ο αποπροσανατολισμός σε άλλα ζητήματα - και έχει σημασία να δούμε τον χαρακτήρα αυτής της αντιπαράθεσης αλλά και του «διαλόγου» ανάμεσα στα αστικά κόμματα με τη βοήθεια και των Θέσεων της ΚΕ για το 21ο Συνέδριο.

Ολοι μαζί, ΝΔ, ΣΥΡΙΖΑ, ΚΙΝΑΛ και άλλα αστικά κόμματα, τσακώνονται για το ποιος μπορεί να εγγυηθεί τους στόχους της ανάκαμψης για λογαριασμό του κεφαλαίου, με επίκεντρο το γαλαντόμο Ταμείο Ανάκαμψης της ΕΕ, και από τη δικιά του σκοπιά ο καθένας προσπαθεί να πείσει το λαό ότι υπάρχει κάποιο σχέδιο που μπορεί να καλύπτει ταυτόχρονα το «επενδυτικό κενό» και τις ανάγκες των εργαζομένων.

«Πίσω από τις γραμμές» δεν μπορεί να κρυφτεί ότι οι «πολλές επενδύσεις», για τις οποίες μιλάει η κυβέρνηση και υπερθεματίζουν οι υπόλοιποι, χτίζονται πάνω στην ένταση της εκμετάλλευσης, όπως δείχνει και το παράδειγμα των «ανατροπών του αιώνα» που φέρνει η κυβέρνηση στα Εργασιακά, ως το «πρώτο άρθρο» του «Σχεδίου Ανάκαμψης» και η συνέχεια του έργου όλων των προηγούμενων. Οπως αναφέρουν οι Θέσεις της ΚΕ του ΚΚΕ για το 21ο Συνέδριο, η επόμενη μέρα της «επιστροφής στην κανονικότητα» θα είναι: «Εφιάλτης για τον λαό, με κλιμάκωση της πολιτικής επιβολής φθηνής εργατικής δύναμης και ολοκλήρωση της επίθεσης στα ασφαλιστικά δικαιώματα των εργαζομένων. Παράδεισος για τους μονοπωλιακούς ομίλους, με νέες φοροαπαλλαγές και μέτρα επιτάχυνσης της συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης του κεφαλαίου» (Θ. 28).

Το ζητούμενο είναι οι καταλληλότεροι όροι με τους οποίους οι επιχειρηματικοί όμιλοι θα «τεντώσουν» κι άλλο την εργατική δύναμη, για το πώς θα μπει «τάξη» - θα σφραγιστεί δηλαδή η παραπέρα «ευελιξία», η γενίκευση της τηλεργασίας, η ένταση της εκμετάλλευσης και ταυτόχρονα θα διασφαλιστεί και η «κοινωνική ειρήνη».

Και όλα αυτά μετά από μια δεκαετία κατά την οποία οι εργαζόμενοι έμαθαν από πρώτο χέρι ότι ανάκαμψη της καπιταλιστικής κερδοφορίας δίχως σαρωτικές ανατροπές δικαιωμάτων και ένταση της εκμετάλλευσής τους δεν γίνεται να υπάρξει! Η προσπάθεια συμπίεσης στο μη περαιτέρω της τιμής της εργατικής δύναμης βρίσκεται στον πυρήνα των αντιδραστικών μεταρρυθμίσεων που στηρίζουν την καπιταλιστική οικονομία, την κερδοφορία και ανταγωνιστικότητά της.

Σε ό,τι ειδικότερα αφορά το 8ωρο, ο ΣΥΡΙΖΑ και άλλες δυνάμεις, που έχουν βάλει τη δική τους σφραγίδα στις αντεργατικές ανατροπές και στην «ευελιξία», διαμαρτύρονται υποκριτικά ότι η κυβέρνηση θέλει να το καταργήσει! Κι αυτό ενώ όλοι μαζί έχουν στηρίξει τη γραμμή της «διευθέτησης» του εργάσιμου χρόνου, των ελαστικών εργασιακών σχέσεων, τη δυνατότητα της εργοδοσίας να καθορίζει «ευέλικτα» τον εργάσιμο χρόνο με βάση τις ανάγκες της. Δεν πρόκειται λοιπόν για θέση υπεράσπισης του σταθερού ημερήσιου χρόνου εργασίας, της δουλειάς με πλήρη εργασιακά, μισθολογικά και ασφαλιστικά δικαιώματα. Ηταν αποκαλυπτικοί οι διάλογοι τις προηγούμενες μέρες στη Βουλή, με Νεοδημοκράτες και Συριζαίους βουλευτές να τσακώνονται γύρω από το πόση εργασιακή ζούγκλα απαιτείται για την ανάκαμψη των κερδών των επιχειρηματικών ομίλων. Γι' αυτόν τον σκοπό και οι μεν και οι δε συνέκλιναν ότι πρέπει να μπουν κανόνες, μια κάποια τάξη στη ζούγκλα! Αυτός είναι ο μόνος καημός τους, αυτή η έγνοια τους.

Για τους εργαζόμενους βέβαια η μάχη για τον εργάσιμο χρόνο δεν μπορεί να έχει ως κριτήριο ούτε τις αντοχές της καπιταλιστικής οικονομίας, ούτε τι θα βοηθήσει την άνοδο της κερδοφορίας. Η πάλη για την υπεράσπιση του 8ωρου, των υπερωριών, ενάντια στη «διευθέτηση», δεν μπορεί παρά να συγκρούεται με την «καρδιά» των αντεργατικών ανατροπών, να αμφισβητεί την ανταγωνιστικότητα του κεφαλαίου, την «κανονικότητα» της εργασιακής ζούγκλας, την υπερεργασία που εναλλάσσεται με την ανεργία, με μπούσουλα πάντα την καπιταλιστική κερδοφορία.

Είναι μια μάχη που δίνεται με τη σημαία των σύγχρονων αναγκών, για μόνιμη και σταθερή δουλειά με δικαιώματα για όλους, για σταθερό ημερήσιο χρόνο δουλειάς, για αξιοποίηση όλων των δυνατοτήτων που υπάρχουν για γενικευμένη μείωση του χρόνου εργασίας.

ΝΔ, ΣΥΡΙΖΑ, ΚΙΝΑΛ και οι λοιποί «συσκέπτονται» για το πώς θα γίνει η μοιρασιά στα κάθε λογής «πράσινα» αρπακτικά των μεγάλων πακέτων, «ομονοούν» στο ότι το αστικό κράτος πρέπει «να πάρει πάνω του» το άνοιγμα των νέων πεδίων κερδοφορίας για το κεφάλαιο, και «τσακώνονται» για το πόσες πρέπει να είναι οι «δημόσιες επενδύσεις» που θα «κινητοποιήσουν τις ιδιωτικές», και πώς θα διασφαλίσουν την κερδοφορία για τους επιχειρηματικούς ομίλους.

Στις Θέσεις για το 21ο Συνέδριο σημειώνεται:

«Στην Ελλάδα, όπως και στην ΕΕ και διεθνώς, οι κυβερνήσεις και γενικότερα το αστικό πολιτικό σύστημα συγκλίνουν στην υιοθέτηση μεγαλύτερης κρατικής παρέμβασης, επεκτατικής δημοσιονομικής πολιτικής και νομισματικής χαλάρωσης, για να στηριχτεί η ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας» (Θ. 28, δεύτερο κείμενο).

Και αυτόν τον λογαριασμό βέβαια θα τον πληρώσει ο λαός, είτε ματώνοντας για τα μεγάλα κρατικά χρέη, είτε πληρώνοντας πιο ακριβά για υποδομές (π.χ. Ενέργειας, Μεταφορών) που αφορούν τις ανάγκες του.

Ο παράδεισος της «πράσινης ανάπτυξης» περιλαμβάνει το πανάκριβο ηλεκτρικό ρεύμα, τις ελαστικές εργασιακές σχέσεις, τη φθηνή εργατική δύναμη, τα νέα βάρη στα λαϊκά νοικοκυριά για την αγορά «πράσινων» αυτοκινήτων και συσκευών, τους «πράσινους» φόρους κ.λπ.

Ποιο είναι το περιεχόμενο της διαφωνίας ανάμεσα σε κυβέρνηση, ΣΥΡΙΖΑ, ΚΙΝΑΛ κ.λπ.; Οπως σημειώνουν οι Θέσεις, «(...) τα αστικά κόμματα ΣΥΡΙΖΑ και ΚΙΝΑΛ κρίνουν την κυβερνητική πολιτική της ΝΔ ως μη συνεπή προσαρμογή στην αντίστοιχη ευρωενωσιακή, ενώ τα ίδια παρουσιάζονται ως πιο αυθεντικοί εκφραστές μιας ανάλογης, πιο επεκτατικής, κρατικής πολιτικής», παρόλο που βεβαίως ευθύνονται και τα ίδια για τη μνημονιακή πολιτική των προηγούμενων χρόνων.

Η κυβέρνηση της ΝΔ λέει ότι «ενισχύει τις υποδομές» σε τομείς όπως η Υγεία, «επένδυση που μπορεί να πολλαπλασιαστεί αν χρησιμοποιήσουμε και το εργαλείο των ΣΔΙΤ», και ο ΣΥΡΙΖΑ «επαυξάνει» λέγοντας ότι «η εγκατάλειψη των δημόσιων επενδύσεων την τελευταία δεκαετία, ιδιαίτερα στην Υγεία, στη δημόσια Εκπαίδευση και τις Μεταφορές, επιβάλλει τον εκσυγχρονισμό και την ανανέωσή τους, ώστε να προσελκύσουν με τη σειρά τους περισσότερες ιδιωτικές επενδύσεις».

Η πανδημία ευκαιρία για κέρδη και οι κοινωνικές ανάγκες για ακόμα μια φορά άλλο ένα «πεδίον δόξης λαμπρόν» για την καπιταλιστική κερδοφορία. Και αυτά παρ' όλα τα όσα τραγικά ζει ο λαός, πεθαίνοντας πλέον κυριολεκτικά έξω από τις ΜΕΘ, με την κυβέρνηση να αρνείται να επιτάξει τον ιδιωτικό τομέα Υγείας, για να μην πειράξει την «ιερή αγελάδα» των κερδών, να αρνείται την ουσιαστική ενίσχυση των νοσοκομείων, των ΜΜΜ, το άνοιγμα των σχολείων με όλα τα μέτρα προστασίας, γιατί «δεν υπάρχουν λεφτόδεντρα». Και ταυτόχρονα να λέει ότι το «μάθημα» που έδωσε η πανδημία για την επόμενη μέρα είναι πόσο «αρμονικά» μπορούν να συνυπάρξουν ο δημόσιος και ο ιδιωτικός τομέας Υγείας, με κριτήριο την υγεία ως εμπόρευμα.

Ακριβώς αντίθετο είναι το «μάθημα» για τους εργαζόμενους, το λαό: Δημόσιος και ιδιωτικός τομέας Υγείας δεν μπορούν να συνυπάρξουν. Οι ανάγκες τους και τα κέρδη του κεφαλαίου «δεν χωράνε στο ίδιο σακούλι».

Αντικείμενο διαφωνίας είναι στους καβγάδες τους το πώς θα διασφαλιστεί η «κοινωνική συναίνεση», πώς θα στοιχηθεί ο λαός στο σχέδιο του κεφαλαίου που τον οδηγεί όλο και πιο κάτω. Γι' αυτό και η κυβέρνηση λέει ότι κλειδί δεν είναι μόνο ένα «καλό σχέδιο ανάκαμψης», αλλά πώς θα εφαρμοστεί αυτό, ότι το σχέδιό της έχει σημασία να βρει «ηρεμία» και «μέτρο» από την αντιπολίτευση.

Και ο ΣΥΡΙΖΑ «αναρωτιέται» αν στη στοίχιση του λαού βοηθάει η «έλλειψη διαβούλευσης» του σχεδίου, καλλιεργεί την αυταπάτη του «δημοκρατικού σχεδιασμού» και θέλει ξανά το εργατικό - λαϊκό κίνημα «χαλάκι» να σκουπίσει τα πόδια του διαβαίνοντας την πόρτα της κυβερνητικής εναλλαγής προς τα σαλόνια της αστικής τάξης. Της «κλείνει» άλλωστε το μάτι πως μόνο με εκείνον στην κυβέρνηση μπορεί η πάλη του λαού να είναι «εν υπνώσει».

Ακριβώς το αντίθετο είναι το ζητούμενο για τους εργαζόμενους, τους αυτοαπασχολούμενους και επαγγελματίες, τους αγρότες, τη νεολαία: Το πώς θα δυναμώσουν την πάλη απέναντι στην αντιλαϊκή πολιτική, μέσα από τα σωματεία, τους συλλόγους, τις επιτροπές. Πώς θα χτίσουν τη δική τους Κοινωνική Συμμαχία, θα περάσουν στην αντεπίθεση απέναντι στο κεφάλαιο. Πώς θα ανοίξουν τον δρόμο για μια νέα κοινωνική οργάνωση, απαλλαγμένη από τον «βραχνά» του κέρδους και όπου στο επίκεντρο θα βρίσκονται οι δικές τους ανάγκες.

Ριζοσπάστης 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου