Μεγάλες «συγκινήσεις» υπόσχονται στους εργαζόμενους τα αστικά επιτελεία και διάφορα think tanks, σερβίροντας ξαναζεσταμένο το παραμύθι της «τετραήμερης εργασίας» (που με πάθος προωθεί η σοσιαλδημοκρατία), παρουσιάζοντάς την ως «φιλεργατικό» και «σύγχρονο» μέτρο για την αντιμετώπιση της επαγγελματικής εξουθένωσης (burnout) και για την «ισορροπία» ανάμεσα στην επαγγελματική και την προσωπική ζωή. Αφορμή στάθηκε μια νέα αυστραλιανή μελέτη, σύμφωνα με την οποία 15 εταιρείες που εφάρμοσαν το μοντέλο «100:80:100», δηλαδή 100% του μισθού, για το 80% του συνήθους χρόνου εργασίας, χωρίς να μειωθεί η παραγωγικότητα, δηλώνουν ικανοποιημένες από το αποτέλεσμα και σκέφτονται να διατηρήσουν την τετραήμερη εργασία.
Μια πιο προσεκτική ματιά στα συμπεράσματα της έρευνας και στις δηλώσεις των εργοδοτών επιβεβαιώνει ότι η λεγόμενη «τετραήμερη εργασία» δεν είναι τίποτα άλλο παρά το νέο, εκσυγχρονισμένο «όχημα» για το παραπέρα χτύπημα του σταθερού ημερήσιου εργάσιμου χρόνου, την ένταση της εκμετάλλευσης και την αύξηση της παραγωγικότητας των εργαζομένων, που σημαίνει περισσότερα κέρδη για τις επιχειρήσεις. Αν δεν συντρέχουν αυτές οι προϋποθέσεις, κανένας εργοδότης δεν είναι διατεθειμένος να μειώσει τον εργάσιμο χρόνο, όπως παραδέχονται άλλωστε και όσοι συμμετείχαν στην έρευνα, η οποία χαρακτηρίζει «τα έσοδα και τα κέρδη των επιχειρήσεων» βασικούς δείκτες επιτυχίας του πειράματος.
Η ουσία βρίσκεται κρυμμένη στη φράση «υπό την προϋπόθεση ότι οι εργαζόμενοι διατηρούν το 100% του επιπέδου παραγωγικότητάς τους». Τι σημαίνει αυτό σε απλά λόγια; Οτι ο εργαζόμενος καλείται να συμπυκνώσει, να στριμώξει και να βγάλει τον ίδιο, ή και μεγαλύτερο όγκο δουλειάς, που πριν έβγαζε σε πέντε - έξι ημέρες, μέσα σε τέσσερις. Η εκμετάλλευση της εργατικής δύναμης χτυπάει κόκκινο, οι «νεκροί χρόνοι» εκμηδενίζονται, τα διαλείμματα περιορίζονται, ο ρυθμός της δουλειάς γίνεται εξοντωτικός και το κεφάλαιο καρπώνεται ακόμα μεγαλύτερη υπεραξία.
