Ας μιλήσουμε για τη μετανάστευση. Όχι όμως έτσι όπως μιλάνε όλοι. Όχι για να σας διδάξω κάτι.
Ούτε για να σας νουθετήσω, να κοροϊδέψω τους φόβους σας ή να ζητιανέψω την αλληλεγγύη σας.
Θέλω απλώς να μοιραστώ όσα είδα και έμαθα εγώ.
Γιατί φεύγουν οι άνθρωποι;
Γιατί είναι έτοιμοι να διασχίσουν ερήμους, να πνιγούν στη θάλασσα, να σκαρφαλώσουν φράχτες και να ζήσουν στοιβαγμένοι σε γκρίζα κέντρα υποδοχής ή σε άθλια διαμερίσματα;
Είναι πάντα οι φτωχότεροι; Οι πεινασμένοι; Οι κατατρεγμένοι;
Κλείνω τα μάτια μου και μεταφέρομαι στη Ντζαμένα, στο Τσαντ.
Περπατάω στον δρόμο όταν ακούω ουρλιαχτά.
Η πρώτη μου σκέψη είναι ότι σφάζουν κάποιο ζώο.
Τα ουρλιαχτά όμως έρχονταν από τα σωθικά ενός παιδιού που, κουλουριασμένο στο έδαφος, δεχόταν απανωτά χτυπήματα με μαστίγιο.
Δεν κατάλαβα τι είχε συμβεί.
Άνθρωποι γύρω μου φώναζαν, έσπρωχναν ο ένας τον άλλον.
Κάτι άκουσα πως ήταν ένα από τα παιδιά του δρόμου και πως είχε κλέψει κάτι.
Και ο φτωχός τιμωρούσε τον φτωχότερο.
Το παιδί, το μαστίγιο, η απέραντη στρατιά ανθρώπων που γεννήθηκαν με μαύρο αστέρι.
Αυτοί δεν φεύγουν. Αυτοί δεν πάνε πουθενά.
Μετά ήταν εκείνοι που γνώρισα στα σύνορα με το Σουδάν.
Εκείνοι που είχαν φύγει κυνηγημένοι, φορτωμένοι παιδιά και φόβο.
Κατέληγαν σε πρόχειρες σκηνές από κλαδιά, με σκισμένα κουρέλια να τους προστατεύουν από τον καυτό ήλιο των 45 βαθμών.
Ποιοι ήταν όλοι αυτοί; Ήταν τα πάντα. Γυναίκες με μωρά. Άντρες με ανοιχτές πληγές από σφαίρες. Παιδιά χαμένα.
Νέοι με σκοτεινό παρελθόν και άδειο βλέμμα.
Θύτες και θύματα ταυτόχρονα.
Τους κοιτούσα και μου θύμιζαν το βλέμμα των νέων που είχα γνωρίσει στους καταυλισμούς της βόρειας Νιγηρίας.
Νέοι που, είτε από απελπισία είτε από φόβο, είχαν στρατολογηθεί από τη Μπόκο Χαράμ και προσπαθούσαν τώρα να γλιτώσουν από το παρελθόν τους.
Πίστευαν ότι, αν έφευγαν κάπου μακριά, αν τους δινόταν μια ευκαιρία, θα μπορούσαν να σβήσουν το σκοτάδι που τους ακολουθούσε παντού.
Θυμάμαι τα κέντρα υποδοχής στον Νίγηρα.
Ανθρώπους που είχαν διασχίσει την έρημο για να φτάσουν στην Αλγερία, με την ελπίδα άλλοι να δουλέψουν στις οικοδομές και άλλοι να φτάσουν στην Ευρώπη.
Η αλγερινή αστυνομία έκανε εφόδους στις οικοδομές και στα αυτοσχέδια καταλύματα.
Τους στοίβαζαν σε φορτηγά —τι ειρωνεία, τα ίδια είχα δει να κάνει και το Καμερούν στους πρόσφυγες από τη Νιγηρία— και τους οδηγούσαν στη λωρίδα της Σαχάρας όπου αρχίζει ο Νίγηρας.
Τους έβγαζαν τα παπούτσια, έσπαγαν τα κινητά τους και τους άφηναν στην άλλη πλευρά της ερήμου.
Κάποιοι έζησαν για να μας διηγηθούν αργότερα, στον σταθμό του Ερυθρού Σταυρού, τις τελευταίες ώρες των υπολοίπων.
Τι είναι λοιπόν η μετανάστευση;
Είναι μια ατέλειωτη ιστορία πόνου και φρίκης;
Πώς μπορεί κανείς να συνδέσει το άμοιρο παιδί που δεν γνώρισε τίποτε άλλο από το μαστίγιο, τους πρόσφυγες των πολέμων και εκείνους που πουλάνε τα πάντα για να χωρέσουν σε ένα φορτηγό ή σε μια βάρκα και να φύγουν;
Άλλοι άνθρωποι. Άλλες ιστορίες. Κι όμως, όλους τους συνδέει κάτι κοινό.
Η ελπίδα.
Η ελπίδα ότι κάπου αλλού μπορεί να είναι καλύτερα. Η πίστη ότι «εγώ θα τα καταφέρω», ότι «εγώ θα είμαι ο τυχερός».
Γιατί πίσω από κάθε «τυχερό» κρύβεται ένα παιδί που θα πάει σχολείο.
Ένας πατέρας που θα μπορέσει να αγοράσει τα φάρμακά του.
Μια αδερφή που θα σπουδάσει αντί να παντρευτεί επειδή δεν υπάρχει άλλη επιλογή.
Είναι η πεποίθηση ότι η ζωή σου αξίζει κάτι. Ότι δεν ήρθες σε αυτόν τον κόσμο μόνο για να επιβιώνεις, αλλά για να ζήσεις.
Ότι κι εσύ έχεις δικαίωμα να ονειρεύεσαι μια καλύτερη ζωή.
Είναι, λοιπόν, η μετανάστευση επιλογή;
Ή καταλήγει να γίνει επιλογή όταν σου έχουν κλέψει όλες τις υπόλοιπες;
Και ποιος είναι τελικά ο ξένος; Ο «μετανάστης»;
Ένας άνθρωπος που ζητά την αλληλεγγύη μας; Που μας ξυπνά τον φόβο; Που ήρθε να πάρει ή να δώσει; Εχθρός ή φίλος;
Δεχόμαστε τον «μετανάστη» για να καθαρίσει τα σπίτια μας, να φροντίσει τους γονείς ή τα παιδιά μας, να χτίσει τις οικοδομές μας, να σερβίρει στα τραπέζια μας, να μαζέψει τα φρούτα και τα λαχανικά που τρώμε.
Και την ίδια στιγμή τον βλέπουμε σαν εισβολέα που μας απειλεί.
Έχουμε τόση ανάγκη, ως κοινωνία, να κατηγοριοποιούμε και να βρίσκουμε μια απάντηση για όλα.
Να χωράμε ζωές και ιστορίες ανθρώπων πίσω από μία λέξη.
Υπάρχουν εκείνοι που τα καταφέρνουν. Εκείνοι που χάνονται.
Εκείνοι που παλεύουν. Και εκείνοι που παραδίδονται στους δαίμονές τους.
Εκείνοι. Εμείς. Όλοι μας.
Άμοιρα πιόνια ενός συστήματος που τρέφεται από το αίμα μας, γελάει με τα όνειρά μας και θεριεύει από τους φόβους μας.
ΥΓ Περισσότερη συζήτηση και ανάλυση στα σχόλια…

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου