Σάββατο, 5 Μαρτίου 2016

Το διεθνές κεφάλαιο χαράζει την αντεργατική επίθεση

 
ΣΥΝΟΔΟΣ ΥΠΟΥΡΓΩΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΚΑΙ ΤΡΑΠΕΖΙΤΩΝ ΤΗΣ G20
 
Το διεθνές κεφάλαιο χαράζει την αντεργατική επίθεση
 
Από τη συνάντηση στη Σαγκάη
Από τη συνάντηση στη Σαγκάη
Στις 26 - 28 Φλεβάρη πραγματοποιήθηκε στη Σαγκάη της Κίνας η συνεδρίαση των υπουργών Οικονομικών και των διοικητών των κεντρικών τραπεζών από τις 20 μεγαλύτερες καπιταλιστικές οικονομίες, της λεγόμενης G20. Σε αυτό το διακρατικό φόρουμ συζήτησης, όπου εκδηλώνονται οι τεράστιες αντιθέσεις ανάμεσα στις αστικές τάξεις με βάση την ανισόμετρη καπιταλιστική ανάπτυξη, συμμετέχουν οι 19 χώρες: Αργεντινή, Αυστραλία, Βραζιλία, Καναδάς, Κίνα, Γαλλία, Γερμανία, Ινδία, Ινδονησία, Ιταλία, Ιαπωνία, Νότια Κορέα, Μεξικό, Ρωσία, Σαουδική Αραβία, Νότια Αφρική, Τουρκία, Ηνωμένο Βασίλειο και ΗΠΑ και η ΕΕ ως σύνολο, με εκπροσώπους της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Επίσης συμμετέχουν πάντα εκπρόσωποι του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, της Παγκόσμιας 
Τράπεζας, του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ).

Φέτος, σε αυτό το φόρουμ προεδρεύει η Κίνα, σημάδι και αυτό της αναγνώρισης για τη ραγδαία ενίσχυση των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής, και η συνάντηση των υπουργών και των τραπεζιτών είχε στόχο να προετοιμάσει τη Σύνοδο Κορυφής που θα πραγματοποιηθεί στις 4 - 5 Σεπτέμβρη στην πόλη Χανγκσού. Ωστόσο και πριν τη συνάντηση και μετά από αυτή, πολλοί αναλυτές και από διαφορετικές αφετηρίες συνέκλιναν στην άποψη ότι οι προσδοκίες για ξεπέρασμα των δυσκολιών ανάκαμψης της διεθνούς οικονομίας είναι χαμηλές.

Ετσι, αυτό που βγήκε από τη συγκεκριμένη συνάντηση, είναι ότι οι αξιωματούχοι των χωρών της G20 (αντιπροσωπεύουν περίπου το 85% του παγκόσμιου Ακαθάριστου Προϊόντος, το 80% του παγκόσμιου εμπορίου και τα δύο τρίτα του παγκόσμιου πληθυσμού) διαπίστωσαν τις διαφορετικές προσεγγίσεις σε κεντρικά ζητήματα, όπως η ανάκαμψη από την καπιταλιστική κρίση, τα «εργαλεία» για την επίτευξή της, η διαπάλη για τις νομισματικές ισοτιμίες, αλλά και οι κίνδυνοι από μια πιθανή έξοδο της Βρετανίας από την ΕΕ (Brexit).


Αυτή η ανησυχία και ο ανταγωνισμός αντανακλούν τις δυσκολίες σε διαφορετικό βαθμό που αντιμετωπίζουν οι επιμέρους καπιταλιστικές οικονομίες (από την κρίση π.χ. Βραζιλία, Ρωσία με αρνητικούς ρυθμούς έως -4%, τη στασιμότητα π.χ. Ιαπωνία, Γαλλία, Ιταλία με 0% έως 1%, την αναιμική ανάπτυξη π.χ. Γερμανία 1,6% ή τους μικρότερους σε σχέση με πριν αλλά πάντως ψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, όπως στις περιπτώσεις της Κίνας ή της Ινδίας, 6% και 7% αντίστοιχα, ή των ΗΠΑ 2,4%). Αυτό αποτυπώνεται ξεκάθαρα και στο γεγονός ότι διαπιστώνονται μαζικές πωλήσεις στις διεθνείς αγορές (με πτώση των χρηματιστηριακών δεικτών), ότι πέφτουν τα επιτόκια δανεισμού και παρ' όλα αυτά δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως στοιχείο ανάπτυξης, ότι υπάρχει πτώση παραγωγής και των τιμών βασικών εμπορευμάτων, πρωτίστως της Ενέργειας. Βεβαίως, σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να αποσπόμαστε από το γεγονός ότι η φαγωμάρα που εκδηλώνεται σε παγκόσμιο επίπεδο και φαίνεται και στις ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις και πολέμους για το μοίρασμα αγορών, πόρων, σφαιρών επιρροής, συνδυάζεται με την κοινή στρατηγική των αστικών κρατών για μια γενικευμένη επίθεση στα εργατικά - λαϊκά δικαιώματα.
 
Οι διαπιστώσεις των ισχυρών

Παρότι οι εργασίες της συνάντησης και κυρίως το παζάρι στο περιθώριό της γίνονται γνωστά ως ένα μόνο ελεγχόμενο βαθμό, οι αξιωματούχοι της G20 φροντίζουν συνήθως να βγάζουν ένα κείμενο διαπιστώσεων, κατά κάποιον τρόπο έναν «μπούσουλα» για τις περαιτέρω κινήσεις.

Ετσι, από το πρώτο κιόλας των 11 σημείων που επιλέγουν να επικεντρωθούν, διαπιστώνεται ότι «η ανάκαμψη της παγκόσμιας οικονομίας συνεχίζεται, αλλά παραμένει άνιση και υπολείπεται των φιλοδοξιών μας για μια ισχυρή, βιώσιμη και ισόρροπη ανάπτυξη. Οι κίνδυνοι για υποχώρηση και τα τρωτά σημεία έχουν αυξηθεί και παρατηρούνται ευμετάβλητες ροές κεφαλαίων, μεγάλη πτώση των τιμών των βασικών εμπορευμάτων, κλιμάκωση των γεωπολιτικών εντάσεων, το σοκ μιας ενδεχόμενης εξόδου της Βρετανίας από την Ευρωπαϊκή Ενωση και ένας μεγάλος και αυξανόμενος αριθμός των προσφύγων σε ορισμένες περιοχές. Επιπλέον, υπάρχουν αυξανόμενες ανησυχίες σχετικά με τον κίνδυνο της περαιτέρω προς τα κάτω αναθεώρησης των παγκόσμιων οικονομικών προοπτικών. Ενώ αναγνωρίζουμε αυτές τις προκλήσεις, δεν θεωρούμε ότι η πρόσφατη αστάθεια στις αγορές αντανακλά στα βασικά μεγέθη της παγκόσμιας οικονομίας. Περιμένουμε η δραστηριότητα να συνεχίσει να αναπτύσσεται με μέτριους ρυθμούς στις περισσότερες προηγμένες οικονομίες, ενώ η ανάπτυξη σε βασικές αναδυόμενες οικονομίες παραμένει ισχυρή. Ωστόσο, συμφωνούμε ότι πρέπει να κάνουμε περισσότερα για να επιτύχουμε τους κοινούς μας στόχους για την παγκόσμια ανάπτυξη».

Στη συνέχεια γίνεται η εκτίμηση ότι τα τελευταία χρόνια έχουν παρθεί μέτρα από τις κυβερνήσεις των G20 για την ενίσχυση της ανάπτυξης, των επενδύσεων και της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας, ωστόσο κρίνεται ότι απαιτούνται νέα μέτρα για την ενίσχυση της εμπιστοσύνης και τη διαφύλαξη και ενίσχυση της ανάκαμψης.

Προς αυτό το σκοπό, σημειώνεται ότι πρέπει «να χρησιμοποιηθούν όλα τα εργαλεία πολιτικής - νομισματικά, δημοσιονομικά και διαρθρωτικά - ατομικά και συλλογικά για την επίτευξη των στόχων αυτών. Η νομισματική πολιτική θα συνεχίσει να στηρίζει την οικονομική δραστηριότητα και για να διασφαλιστεί η σταθερότητα των τιμών, σύμφωνα με τις εντολές των κεντρικών τραπεζών, αλλά η νομισματική πολιτική από μόνη της δεν μπορεί να οδηγήσει σε ισόρροπη ανάπτυξη».

Ετσι διατυπώνεται η ανάγκη «της ευελιξίας στη δημοσιονομική πολιτική για την ενίσχυση της ανάπτυξης, τη δημιουργία θέσεων εργασίας και την εμπιστοσύνη, με παράλληλη ενίσχυση της ευελιξίας και στην εξασφάλιση του χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ σε μια βιώσιμη πορεία». Δηλαδή, επί της ουσίας, διατυπώνεται η άποψη που διάφορες αστικές τάξεις λανσάρουν (π.χ. ΗΠΑ, Γαλλία, Ιταλία) για ένα μείγμα διαχείρισης ...πιο επεκτατικό, ώστε να απελευθερωθούν κονδύλια που θα πάνε στο κεφάλαιο, για να επενδύσει σε τομείς - όπως λέγεται - υποδομών, υψηλής ποιότητας και «πράσινης» ανάπτυξης.

Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στην ταχύτερη πρόοδο στις λεγόμενες «διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις» που αφορούν και το χρηματοπιστωτικό σύστημα, αλλά και την αγορά εργασίας, που σημαίνει διεύρυνση των ελαστικών εργασιακών σχέσεων, το χτύπημα δικαιωμάτων και το πέρασμα μεγαλύτερου τμήματος των τομέων της Πρόνοιας και της Περίθαλψης στο ιδιωτικό κεφάλαιο. 

Επίσης, αυτό που ονομάζουν ενίσχυση της παραγωγικότητας και του όγκου της παραγωγής στηρίζεται πρωτίστως στην ένταση της εκμετάλλευσης, προκειμένου, όπως λένε, «να επιτευχθεί επιπλέον ανάπτυξη της τάξης του 2% το 2018 για όλες τις χώρες». Μάλιστα, στο κείμενο δηλώνεται ότι απαιτείται να καταρτιστεί από κοινού ένα «σύστημα δεικτών για την περαιτέρω βελτίωση της αξιολόγησης και παρακολούθησης της προόδου των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και την επάρκειά τους για την αντιμετώπιση των διαρθρωτικών προκλήσεων, λαμβάνοντας υπόψη την ποικιλομορφία των περιστάσεων κάθε χώρας». Επίσης, επισημαίνεται ότι «αναγνωρίζοντας τη σημασία του εμπορίου και των επενδύσεων για την ανάπτυξη και την πρόσφατη αδυναμία τους, θα διερευνηθούν πιθανά μέτρα σε αυτούς τους τομείς, με την υποστήριξη των υπουργείων Οικονομικών για την προώθηση της κοινωνικής ένταξης και τη μείωση των υπερβολικών παγκόσμιων ανισορροπιών». Βεβαίως, τέτοιες διακηρύξεις - ευχολόγια μικρή αξία έχουν, όταν είναι δεδομένη η ανισορροπία ως συστατικό στοιχείο σε κάθε χώρα και στις σχέσεις μεταξύ τους.
 
Εμφαση στο τραπεζικό σύστημα

Ιδιαίτερη σημασία δίνεται στην εφαρμογή της λεγόμενης συμφωνίας της Βασιλείας 3 (από την ομώνυμη πόλη της Ελβετίας), που αφορά στους ρυθμιστικούς κανόνες για το χρηματοπιστωτικό σύστημα που καταλήχτηκαν τον Ιούνη του 2010, τροποποιώντας τις προηγούμενες συμφωνίες Βασιλεία 1 και 2. Πρόκειται ασφαλώς για ένα νευραλγικό τομέα της παγκόσμιας καπιταλιστικής οικονομίας, που δεν θα μπορούσε παρά να εκδηλώνονται και συμβιβασμοί και συγκρούσεις, όπου τα μονοπώλια κάθε χώρας επιδιώκουν να επωφεληθούν περισσότερο από τους ανταγωνιστές τους. Γι' αυτό άλλωστε και η συμφωνία αυτή αναγνωρίζεται ως προαιρετική και μη δεσμευτική, που είναι αμφίβολο αν θα εφαρμοστεί ποτέ πλήρως, ενώ το 2019 που είχε αρχικά μπει ως ορόσημο, δεν φαίνεται να υλοποιείται.

Η συμφωνία αυτή προβλέπει μια κοινή γραμμή πλεύσης σε ό,τι αφορά το ύψος της κεφαλαιακής επάρκειας των τραπεζών, τη ρευστότητα, το βαθμό αντοχής σε τεστ πίεσης (crash test) επιπέδου οικονομικής κρίσης, ώστε να υπάρχει μεγαλύτερη απορρόφηση ζημιών. Ωστόσο, αυτά τα τρία πεδία είναι σημεία αντιπαράθεσης, αφού ουσιαστικά βασική επιδίωξη έχουν να ξεκαθαρίσουν το τοπίο στον τραπεζικό τομέα και με μεγαλύτερη συγκέντρωση και συγκεντροποίηση να φύγουν από τη μέση οι λιγότερο ισχυρές τράπεζες. Είναι χαρακτηριστικό ότι η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ (FED) ακολουθεί δική της πολιτική, τόσο στον καθορισμό των επιτοκίων όσο και σε περιπτώσεις μαζικών ρευστοποιήσεων.

Διαφορετικές προσεγγίσεις υπάρχουν ειδικά και στο ζήτημα της ισοτιμίας των νομισμάτων και της νομισματικής πολιτικής, που πολλές φορές χρησιμοποιείται ως όπλο γι' αυτό που οι καπιταλιστές οικονομολόγοι ονομάζουν «αθέμιτο ανταγωνισμό». Ιδιαίτερες επικρίσεις δέχεται γι' αυτό η Κίνα και η πολιτική της υποτίμησης του γουάν, για να γίνει πιο ελκυστική η αγορά της σε ξένες επενδύσεις, ωστόσο η κινεζική ηγεσία θεωρεί ότι είναι δικαίωμά της και θα υπερασπιστεί τους υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης.

Πάντως, η πολιτική του φτηνού χρήματος στο κείμενο συμπερασμάτων της G20 επισημαίνεται ότι «δεν μπορεί να οδηγήσει σε ισορροπημένη ανάπτυξη» και τονίζεται ότι «η οικονομική πολιτική εν γένει οφείλει να είναι όσο το δυνατόν περισσότερο φιλική προς την ανάπτυξη και ευέλικτη, ώστε να ενισχύσει την οικονομία και να δημιουργήσει θέσεις εργασίας και κλίμα εμπιστοσύνης, χωρίς ωστόσο να παραγνωρίζει και τα δεδομένα που αφορούν το δημόσιο χρέος».
 
Η φορολογική πολιτική υπέρ του μεγάλου κεφαλαίου

Οι G20 είναι χαρακτηριστικό ότι συμφώνησαν με πρωτοβουλία της Κίνας να δημιουργηθεί ένα διεθνές κέντρο έρευνας της φορολογικής πολιτικής για το λεγόμενο «διεθνή σχεδιασμό και την τεχνική βοήθεια προς τις αναπτυσσόμενες οικονομίες». Επίσης, αναφέρουν ότι αναγνωρίζοντας «το ρόλο της φορολογικής πολιτικής στην επίτευξη βιώσιμης οικονομικής ανάπτυξης, οι G20 θα διερευνήσουν περαιτέρω το θέμα αυτό στο πλαίσιο Συμποσίου που θα πραγματοποιηθεί τον Ιούλιο». Ακροθιγώς η υπόθεση φαίνεται να αφορά και τους λεγόμενους «φορολογικούς παραδείσους», αφού σημειώνεται η «σημαντική αρνητική επίπτωση των παράνομων χρηματοοικονομικών ροών». Πάντως, σε ό,τι αφορά τη φορολόγηση των λαϊκών στρωμάτων, εκεί δια ...της σιωπής υπάρχει ομοφωνία.

Κατά τ' άλλα, οι ισχυροί του πλανήτη δηλώνουν ότι «θα καταπολεμήσουν πιο αποφασιστικά τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας», εντείνοντας την προσπάθεια, με συνεργασία και ανταλλαγή πληροφοριών, να αναζητηθούν «πηγές, τεχνικές, κανάλια χρηματοδότησης, κενά και ελλείψεις στο τραπεζικό σύστημα». Επίσης, γίνεται αναφορά στις δήθεν ευαισθησίες για το περιβάλλον, χαιρετίζεται η λεγόμενη Συμφωνία του Παρισιού για την κλιματική αλλαγή, που δεν πρόκειται να αντιμετωπίσει στο ελάχιστο τη δράση των μονοπωλιακών ομίλων, αφού το κίνητρο του καπιταλιστικού κέρδους θα υπερισχύει πάντα έναντι της πραγματικής προστασίας του περιβάλλοντος.

Δ. Κ
 
Ριζοσπάστης  Σάββατο 5 Μάρτη 2016 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου