Τετάρτη, 20 Ιανουαρίου 2016

Κι᾿ ὅταν ἕνα καλὸ βράδυ θὰ τελειώσει μου τὸ λάδι…

apergia-diadhlwsh-paidia-moysikh

Θα σηκωθώ σαν κουφάρι ετοιμόρροπο απ’ την κατάντια, θα μαζέψω όλες μου τις δυνάμεις, θα σταθώ μπροστά στον καθρέφτη και θα φτύσω μέχρι που να μην βλέπω πια τον καθρέφτη!

Θα με φτύσω να ξεθυμάνω γιατί χαράμισα την ζωή μου, περνώντας σαν σκουπίδι πάνω από αυτή τη γη και γεμίζοντάς την με τις ηλιθιότητες και με τις κοπριές μου.

Θα με φτύσω γιατί νόμιζα πως θα ζήσω εκατό ζωές κι αυτή η ριμάδα χαρίζεται μόνο μία φορά!

Θα με φτύσω γιατί άφησα τη ζωή μου και πέρασε, πιστεύοντας πως αν μη τι άλλο θα ζήσω μιαν άλλη ζωή, είτε εδώ, είτε στον ουρανό! Στην συγκεκριμένη περίπτωση θα με φτύσω λίγο παραπάνω γιατί με βόλεψε μια θεωρία που έλεγε ότι ερχόμαστε και ξαναρχόμαστε σ’ αυτήν τη γη σαν διαφορετικά ζώα, απλά δεν θυμόμαστε τις προηγούμενες ζωές μας! Αν υπάρχει βέβαια κάποια περίπτωση να ισχύουν τα παραπάνω, θα παρακαλούσα τον Θεό στην επόμενη ζωή να έρθω στη γη σαν άνθρωπος, γιατί σ’ αυτήν ήρθα σαν σκουλήκι!

Θα με φτύσω γιατί δίπλα μου περνούσε η ζωή κι εγώ κορόιδευα αυτούς που την άρπαζαν δυνατά και προσπαθούσαν να την μορφοποιήσουν σαν τον πυλό και να την κάνουν πιο δίκαιη και να την κάνουν πιο όμορφη και να την κάνουν πιο ανθρωπινή για όλους τους ανθρώπους και τους έλεγα βλάκες και τους έλεγα παλαιολιθικούς και τους έλεγα ξυλόγλωσσους και τους έλεγα γελοίους!

Θα με φτύσω γιατί κάποτε θαύμαζα, μετά έδινα δίκιο και τελικά ανεχόμουνα αυτούς που άρπαζαν τη ζωή απ’ τα μαλλιά, την χτυπούσαν κάτω σαν χταπόδι, την μάτωναν και τελικά της έβγαζαν την ψυχή! Αλλά ήταν η ζωή των άλλων αυτή που κοπανούσαν κάτω και από το κοπάνημα των δισεκατομμυρίων ζωών εκείνοι έχτιζαν βουνά τα πλούτη!

Ο ψεύτης και ο κλέφτης τον πρώτο χρόνο χαίρονται …

tsipras-go-back-merkelΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ – Γενάρης 2015 …

«Τούτος ο λαός, αφέντη μου, δεν ξέρει πολλά λόγια, | σωπαίνει, ακούει, κι όσα του λες τα δένει κομπολόγια.

Και κάποιο βράδυ – πες σαν χτες – υψώνει το κεφάλι | κι αστράφτουνε τα μάτια του κι αστράφτει ο νους του πάλι.

Κι όπως περνάν κι όπως βροντάν, μαδάει ο αγέρας ρόδα | κι από τη λάσπη ξεκολλά της Ιστορίας η ρόδα.

Και τούτο το περήφανο, τ’ άμετρο ψυχομέτρι, | μόνη σημαία το φως κρατεί, μόνο σπαθί το αλέτρι.

Κι από τους τάφους ξεκινάν όλοι οι νεκροί του Αγώνα | και μπαίνουν πάλι στη σειρά με σιδερένιο γόνα.

Και φέγγουνε τα μάτια τους σ’ όλο το μέγα βάθος | σάμπως Ανάστασης κεριά μετά από τ’ Άγιο Πάθος.

Νάτος, περνάει ο αδούλωτος στρατός της δικαιοσύνης | και πάει να σπείρει όλη τη γης με στάρι κι άστρα ειρήνης.

Κι ως πάνω τους η Λευτεριά πάλλοντας ανατέλλει | φουσκώνει η άκρατη καρδιά του ανθρώπου σαν καρβέλι

Γιάννης Ρίτσος, «Ο Λαός»