Τετάρτη, 15 Οκτωβρίου 2014

Γιατί Γιαννάκη δεν τρως καλύτερα τον κ.Καρτερό!

Γιατί Γιαννάκη δεν τρως καλύτερα τον κ.Καρτερό!

αναδημοσίευση από την Aristea Seremeti στο φέισμπουκ

Ο κος Καρτερός στην Αυγή μάς διηγείται την ιστορία του μικρού Γιαννάκη .
Που ο μπαμπάς του είναι ΣΥΡΙΖΑ (και τρέχει συνέχεια σε πορείες;) .
Που η μαμά του είναι φιλότιμη κι ευαίσθητη .
Που ο Γιαννάκης -το συριζόπουλο- πεινάει .
Και από την πείνα του τρώει τον...Στάλιν .
Η Αυγή εδώ και καιρό τό χει τερματίσει στην αισχρότητα .
Δεν φτάνει που υιοθετεί τη θεωρία των 2 άκρων όπως οι συστημικοί, δεν φτάνει που εστιάζει σε συγκεκριμένα πρόσωπα του ΚΚΕ, δεν φτάνει που αναρωτιέται τι Χίτλερ, τι Στάλιν, κάνει και κάτι άλλο αισχρότερο όλων .
Εξισώνει το ΚΚΕ - ένα κόμμα στην Ελλάδα και το 2014 με ιστορία βαριά - , με ένα πρόσωπο -τον ηγέτη της ΕΣΣΔ πριν κοντά έναν αιώνα που έχει προπαγανδιστεί ανελέητα από τη Δύση .
Για τον κο Καρτερό, η πείνα προέχει να αντιμετωπιστεί της ταξικής συνείδησης κι αυτό έρχεται να το καλύψει ο ΣΥΡΙΖΑ "μπουκώνοντας" φαΐ τον μικρό πεινασμένο Γιαννάκη .
Ο Γιαννάκης δεν έχει ανάγκη συνείδησης ούτε ταξικότητας, δε θέλει εφημερίδα, θέλει φαΐ μόνο .
Δεν έχει ανάγκη αγώνων και ενημέρωσης, έχει ανάγκη να φάει, να τεντωθεί και να ξαπλάρει .
Μόνο αυτό έχει ανάγκη κατά τον κύριο Καρτερό, ο μικρός πεινασμένος Γιαννάκης της κρίσης .
Κι αναρωτιέμαι .
Αν είναι θέμα μόνο φαγητού, τι εμποδίζει τον μικρό Γιανάκη να πάει στο συσσίτιο της Χρυσής Αυγής και να χορτάσει τη δύσμοιρη κοιλίτσα του ;
Γιατί να περιμένει εκλογές ο Γιαννάκης ;
Οι ναζί έχουν και χρήματα και φαΐ .
Γιατί Γιαννάκη μου δεν πας να σε ταΐσουν τα "καλά" παιδάκια με τα μαύρα μπλουζάκια να μη βασανίζεσαι αγόρι μου ;
Άντε μου Γιαννάκη μου, γιατί η αξιοπρέπεια για κάποιους περνάει μόνο απ το παχύ έντερο και το δωδεκαδάχτυλό τους !
 

Εμείς θα σχίσουμε τα μνημόνια, εμείς και κανένας άλλος


Εμείς θα σχίσουμε τα μνημόνια, εμείς και κανένας άλλος
Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη
Πηγαίνοντας μες στην ανάκαμψη να συναντήσω την αγαπημένη μου ανάπτυξη συνάντησα στη μικρή πλατεία έναν κύριο ψηλό με γυαλιά. Κρατούσε ένα μεγάλο βιβλίο με χοντρό εξώφυλλο που έγραφε απ’ έξω ΜΝΗΜΟΝΙΟ και έσχιζε με μανία τις σελίδες του. Έσχιζε, έσχιζε και σταματημό δεν είχε. Πλησίασα περίεργος να δω καλύτερα και διαπίστωσα ότι στο εσωτερικό του υπήρχαν μικρότερα βιβλία. Τα φύλλα αυτών των βιβλίων έσκιζε με λύσσα ο ψηλός με τα γυαλιά. Πρόλαβα και είδα μερικούς τίτλους:
«Δικαίωμα στην εργασία», «Δωρεάν υγεία», «Κοινωνική ασφάλιση», «Σύνταξη», «Δωρεάν παιδεία», «Εργασιακές σχέσεις», «Δημοκρατικά δικαιώματα».
Ώστε έτσι λοιπόν ψηλέ κύριε με τα γυαλιά, που γέρνεις συνεχώς προς τα δεξιά!
Συνεχίζοντας μες στη σταθερότητα, άκουσα στην επόμενη πλατεία έναν κύριο αρκετά ευδιάκριτο να κάθεται πάνω σε ένα μεγάλο υποβρύχιο και να φωνάζει: «Δεν φταίω εγώ που είναι τρύπιο. Ο ωραίος με παρέσυρε. Ένα όνειρο είχα στη ζωή, να γίνω πρωθυπουργός. Δεν πρόλαβα να γίνω πρωθυπουργός. Με κατάπιε η λερναία τρόικα».
Πέρασα στο απέναντι πεζοδρόμιο της ελπίδας και της επαναδιαπραγμάτευσης, των κουρείων και του μακιγιάζ. Στο τέλος του πεζοδρομίου, από μακριά φαινόταν ένας πολύ ψηλός νεαρός, κρυμμένος πίσω από λέξεις. Πλησίασα και τον είδα να κάθεται πάνω σε μια στοίβα από μεγάλα βιβλία με χοντρό εξώφυλλο. Μνημόνιο 1, μνημόνιο 2, μνημόνιο 3 μέχρι το νούμερο 4. Είχε σκαρφαλώσει πάνω στα μνημόνια και φαινόταν πανύψηλος. Φώναζε δεξιά και αριστερά πως θα γκρεμίσει τα μνημόνια. Αναρωτήθηκα αν είχε επίγνωση τι έλεγε, αν πήρε χαμπάρι ότι προσπαθώντας να γκρεμίσει τα μνημόνια θα έχανε το μπόι του!
Ένα στενό πιο αριστερά είδα έναν εξαγριωμένο κύριο, ντυμένο στα κόκκινα να κρατάει κι αυτός στα χέρια του το μεγάλο βιβλίο με το χοντρό εξώφυλλο που έγραφε απ’ έξω: Μνημόνιο 1. Βλέποντάς τον μου φάνηκε σα να κρατούσε «όπλο» μοναδικό και αποτελεσματικό στα χέρια του. Μιλούσε έντονα στον αρκετά ευδιάκριτο κύριο που δεν πρόλαβε να γίνει πρωθυπουργός. Ξαφνικά,  βλέπω τον εξαγριωμένο κύριο να πετάει το χοντρό βιβλίο προς το μέρος του και τελικά, να καταφέρνει να αστοχήσει. Δεν πίστευα στα μάτια μου. Ήταν τόσο κοντά του, ήταν τόσο μεγάλο το βιβλίο, ήταν τόσο ευδιάκριτος ο «στόχος»! Πώς μπόρεσε και αστόχησε; Ήταν τέτοια η απορία μου που άρχισα να πιστεύω πως μπορεί να αστόχησε και επίτηδες. Μπορεί…
Τελικά, βρέθηκα σε ένα ανηφορικό άγνωστο στενό που δεν έτυχε ποτέ μέχρι τότε να το περπατήσω. Μπροστά μου ήταν κι άλλοι πολλοί. Άλλους τους γνώριζα και άλλους όχι. Κοίταξα πίσω μου και είδα ότι ακολουθούσαν ακόμη περισσότεροι.
Στο τέλος της ανηφόρας ένα φως φαινόταν δυνατό. Είδα κάποιον να κάνει το χέρι γροθιά και να το υψώνει φωνάζοντας: Εμείς θα σχίσουμε τα μνημόνια, εμείς θα πάρουμε πίσω την κλεμμένη μας ζωή, εμείς θα ξαναδώσουμε το όνειρο στα παιδιά μας. Εμείς και κανένας άλλος.
Σιγά-σιγά τα λόγια του έγιναν σύνθημα στο στόμα όλων μας κι όσο περισσότερο φωνάζαμε, κι όσο περισσότεροι φωνάζανε τόσο πιο δυνατό γινόταν το φως στο τέλος της ανηφόρας…