Σάββατο, 25 Μαρτίου 2017

Σε διεργασία στρατηγικών συμπλεύσεων με «κοινό παρονομαστή» την αντιλαϊκή πολιτική

 
ΣΥΓΚΥΒΕΡΝΗΣΗ - ΕΥΡΩΖΩΝΗ - ΔΝΤ


Το «καλό» κλίμα στις διαπραγματεύσεις κυβέρνησης-δανειστών και οι «διαβεβαιώσεις» για υλοποίηση των μέτρων ανεξάρτητα από τον κυβερνητικό διαχειριστή σηματοδοτούν την αντιλαϊκή κλιμάκωση
Copyright 2017 The Associated
Το «καλό» κλίμα στις διαπραγματεύσεις κυβέρνησης-δανειστών και οι «διαβεβαιώσεις» για υλοποίηση των μέτρων ανεξάρτητα από τον κυβερνητικό διαχειριστή σηματοδοτούν την αντιλαϊκή κλιμάκωση
Σε ένα σύνθετο πλέγμα διεργασιών, με διαδοχικά βήματα «προόδου» και «συγκλίσεων», συνεχίστηκαν την περασμένη βδομάδα στις Βρυξέλλες οι συνεννοήσεις και τα παζάρια της συγκυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ με τους «θεσμούς» του κουαρτέτου.
Οι συζητήσεις βρίσκονταν σε πλήρη εξέλιξη μέχρι αργά το βράδυ της Πέμπτης, με προοπτική την έκδοση κοινής ανακοίνωσης από τους «θεσμούς» και την επάνοδο των υψηλόβαθμων κλιμακίων από την ερχόμενη βδομάδα στην Αθήνα. Μάλιστα, κι ενώ από τα εμπλεκόμενα μέρη τηρείται «σιγή ασυρμάτου», σύμφωνα με τις τελευταίες διαθέσιμες πληροφορίες (που ανάμεσα στα άλλα μίλαγαν για «αναβαθμισμένη» παρουσία των δανειστών και την παρουσία των Π. Τόμσεν του ΔΝΤ, Μπ. Κερέ της ΕΚΤ και Μ. Μπούτι της Κομισιόν), η διαδικασία των συγκλίσεων συνεχίζεται και μάλιστα σε ολόκληρη την γκάμα της αντιλαϊκής πολιτικής για το νέο δημοσιονομικό πακέτο, τα επόμενα χτυπήματα στα Εργασιακά, στα ζητήματα της Ενέργειας, των ιδιωτικοποιήσεων και των αναδιαρθρώσεων, που αποσκοπούν στην τόνωση της ανταγωνιστικότητας του εγχώριου κεφαλαίου.


Οπως όλα δείχνουν, οι δύο πλευρές βρίσκονταν πολύ κοντά σε συμφωνία, η οποία περιλαμβάνει και πώληση λιγνιτικών μονάδων της ΔΕΗ, με «εκκρεμότητα» το μέγεθος της λιγνιτικής παραγωγής που θα εκχωρηθεί σε ενδιαφερόμενους επιχειρηματικούς ομίλους (μέχρι 40%).

Στο μέτωπο της φοροληστείας του λαού θεωρείται βέβαιη η περαιτέρω καρατόμηση του αφορολόγητου ορίου στο εύρος 5.600 - 5.900 ευρώ από το 2019, ενώ τα παζάρια συνεχίζονται γύρω από τα λεγόμενα «αντίμετρα», που βέβαια αφορούν σε «αναπτυξιακές» παρεμβάσεις σε όφελος του εγχώριου κεφαλαίου και βέβαια στο έδαφος της αντιλαϊκής πολιτικής.

Η διεύρυνση της φοροληστείας φτάνει στο 1% του ΑΕΠ, δηλαδή πάνω από 1,8 δισ. ευρώ σε ετήσια βάση, ενώ σε ακόμη 1,8 δισ. ευρώ το χρόνο προδιαγράφονται οι «εξοικονομήσεις» στους κρατικούς προϋπολογισμούς μέσω της περαιτέρω συρρίκνωσης των ήδη καταβαλλόμενων συντάξεων.

Αντιλαϊκή κλιμάκωση ανεξάρτητα από κυβερνητική διαχείριση
 
Την ίδια ώρα, στο «παζλ» προβάλλει ανοιχτά και το ενδεχόμενο διαμόρφωσης ευρύτερων πολιτικών συναινέσεων ανάμεσα σε κόμματα της αστικής διαχείρισης στο εσωτερικό της χώρας, σε ό,τι αφορά την «προνομοθέτηση» των νέων αντιλαϊκών μέτρων για την περίοδο μετά το 2018, αλλά κυρίως την αποτελεσματική και ολόπλευρη εφαρμογή του αντιλαϊκού προγραμματισμού και για την «επόμενη μέρα», ανεξάρτητα από το ποιος θα έχει το πάνω χέρι στο «τιμόνι» της κυβερνητικής διαχείρισης.

Χαρακτηριστική ως προς τις συντελούμενες διεργασίες είναι η δήλωση του υπουργού Οικονομικών της Γερμανίας, Β. Σόιμπλε, «σε όλες τις περιπτώσεις προγραμμάτων βοήθειας προς κράτη, οι θεσμοί πάντα διαμηνύουν ότι αποφάσεις για μέτρα που αφορούν το μέλλον θα πρέπει να γίνονται αποδεκτές και από την αντιπολίτευση». Επιπλέον, δίνοντας μια πρόγευση σχετικά με το χαρακτήρα των προνομοθετημένων αντιλαϊκών μέτρων, τόνισε πως «θα πρέπει οι αποφάσεις να διατυπωθούν νομοθετικά με τέτοιο τρόπο, ώστε να παραμένουν ανεξάρτητες από τα εκλογικά αποτελέσματα».

Νωρίτερα, σε ρόλο «προπομπού», ο υπουργός Οικονομικών της Γαλλίας, Μ. Σαπέν, τόνισε: «Αυτό που μου φαίνεται περίεργο στη στάση του ΔΝΤ είναι ότι ζητά από την αντιπολίτευση (στην Ελλάδα) να δώσει διαβεβαιώσεις πάνω στο ποια θα είναι η θέση της μετά το 2019, την περίοδο που ξεπερνά, δηλαδή, τη θητεία αυτής της κυβέρνησης». Ταυτόχρονα, ο Μ. Σαπέν υπογράμμισε ότι τώρα «πρέπει να βρεθεί λύση μαζί με το ΔΝΤ».

Τη σκυτάλη παρέλαβε στη συνέχεια η πλευρά του ΔΝΤ, ο εκπρόσωπος του οποίου, Τζ. Ράις, έθεσε το ζήτημα, «υπενθυμίζοντας» ότι στο «παρελθόν» το ΔΝΤ έχει απαιτήσει τη συναίνεση και της αντιπολίτευσης, ενώ όπως υπογράμμισε, «η απαίτηση αυτή τίθεται όταν υπάρχει συμφωνία στην κατεύθυνση ενός προγράμματος. Προς το παρόν απέχουμε από αυτό». Σε κάθε περίπτωση, υπογράμμισε ότι η λεγόμενη «ιδιοκτησία του προγράμματος» αποτελεί για το ΔΝΤ καθοριστικό παράγοντα για την αποτελεσματικότητα και επιτυχία του.

Βέβαια, αν και δεν κατονομάζονται, η έμφαση δίνεται στην πλευρά της ΝΔ καθώς και άλλων κομμάτων της αστικής διαχείρισης. Ουσιαστικά, «στρώνεται το χαλί» για πρόσθετες ρήτρες διασφάλισης και σε πολιτικό επίπεδο, σε μια εξέλιξη που εκ των πραγμάτων δείχνει να βολεύει και την κυβέρνηση, ενόψει της ομοβροντίας με τα νέα αντιλαϊκά μέτρα.

Σε βαθύ «τούνελ» η διαδικασία της ανάκαμψης
 
Η ελληνική οικονομία θα χρειαστεί τουλάχιστον 20 χρόνια για να επιστρέψει στα επίπεδα του ΑΕΠ που είχαν διαμορφωθεί πριν από την εκδήλωση της κρίσης (το 2008), δήλωσε ο επικεφαλής του ευρωπαϊκού τμήματος του ΔΝΤ, Π. Τόμσεν, στο πλαίσιο εκδήλωσης που έγινε στην Οξφόρδη. Μάλιστα, σύμφωνα με ειδησεογραφικά πρακτορεία, υποστήριξε πως το ελληνικό κράτος θα χρειαστεί για πολλά χρόνια «βοήθεια», δηλαδή με άλλα λόγια υποστήριξε ότι δεν διαφαίνεται στον ορίζοντα η «διέξοδος» για νέα κρατικά δάνεια από τις διεθνείς χρηματαγορές.
Σε αυτό το πλαίσιο, ανεξάρτητα από τις όποιες σκοπιμότητες, τις βλέψεις και τους ανταγωνισμούς που εκδηλώνονται στο εσωτερικό του κουαρτέτου, το βέβαιο είναι πως η προοπτική της ανάκαμψης του εγχώριου κεφαλαίου θα είναι σπαρμένη με διαδοχικά αντιλαϊκά μέτρα. Επιπλέον, το κλίμα της επιχειρηματικής αβεβαιότητας αυτό αποτυπώθηκε και στο πλαίσιο παρουσιάσεων των ελληνικών τραπεζικών ομίλων σε ξένους επενδυτές, στο Λονδίνο. Μάλιστα, οι σχετικά πρόσφατες «Χειμερινές Προβλέψεις» της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για ρυθμό ανάκαμψης 2,7% θεωρούνται πλέον «υπεραισιόδοξες» και ξεπερασμένες. Στους παράγοντες της αβεβαιότητας, προστίθεται και η περαιτέρω διόγκωση των «κόκκινων» δανείων τους τελευταίους μήνες, μετά από κάποια σχετική σταθεροποίηση που είχε καταγραφεί στο προηγούμενο διάστημα.

«Τρέχουν» οι αντιλαϊκές διεργασίες
 
Στις 7 Απρίλη, συνεδριάζει στη Μάλτα το συμβούλιο Γιούρογκρουπ. Κομβικό σημείο των αντιλαϊκών διεργασιών θεωρούνται και οι ανακοινώσεις της Γιούροστατ (22/4) σχετικά με τη διαμόρφωση των κρατικών προϋπολογισμών στην ΕΕ, και βέβαια και της Ελλάδας, με έμφαση στο δημοσιονομικό ισοζύγιο, από το οποίο θα προκύψει και το τελικό ύψος των «πρωτογενών πλεονασμάτων» στον κρατικό προϋπολογισμό του 2016.

Οι συζητήσεις για το νέο μνημόνιο του ΔΝΤ με το ελληνικό κράτος ενδέχεται να ξεκινήσουν στα «γεμάτα» στο πλαίσιο της Εαρινής Συνόδου του ιμπεριαλιστικού οργανισμού στην Ουάσιγκτον στις 21 - 23 Απρίλη. Με βάση και τα παραπάνω, γίνεται φανερό το γεγονός ότι το κλείσιμο της δεύτερης «αξιολόγησης» σχετίζεται και με τις διεργασίες για τη συμμετοχή του ΔΝΤ.

Σε κάθε περίπτωση, τα αντιλαϊκά παζάρια θα συνεχιστούν και μετά το κλείσιμο της τρέχουσας «αξιολόγησης» με πρόσθετες ασφαλιστικές δικλίδες το ύψος των πρωτογενών πλεονασμάτων σε «μεσοπρόθεσμη περίοδο» μετά το 2018, αλλά και το ζήτημα της διαχείρισης του ελληνικού κρατικού χρέους, που αναμένεται να «κλειδώσει» προς το τέλος του τρέχοντος μνημονίου. Πρόκειται για αντιλαϊκές εκκρεμότητες, που έτσι κι αλλιώς συνδέονται με την όποια επόμενη κυβερνητική διαχείριση.

Ολοένα και χειρότερες οι «βέλτιστες πρακτικές» της ΕΕ
 
Στη συνεδρίαση του Γιούρογκρουπ, την περασμένη Δευτέρα, κυριάρχησε το ζήτημα της «βιωσιμότητας» των συνταξιοδοτικών συστημάτων, συνολικά στα κράτη - μέλη της Ευρωζώνης.

Η γενική κατεύθυνση είναι «η ανθεκτικότητα των συνταξιοδοτικών συστημάτων σε δυσμενείς μακροοικονομικές και δημογραφικές προοπτικές». Την ίδια ώρα, το Γιούρογκρουπ, σε συνέχεια προηγούμενης συνεδρίασης (Ιούνης 2016), προετοιμάζει τις διαβόητες «βέλτιστες πρακτικές» σχετικά με τις «αυτόματες διορθώσεις των συνταξιοδοτικών συστημάτων» ως «αντίδραση στην αύξηση του προσδόκιμου επιβίωσης».

Σε αυτό το φόντο, η απόφαση του Γιούρογκρουπ εστιάζει στη διαμόρφωση ειδικών δεικτών μέτρησης των όρων της λεγόμενης «βιωσιμότητας» των ασφαλιστικών συστημάτων, με βασικές παραμέτρους τη «δημογραφική γήρανση», τυχόν μελλοντικούς «δημοσιονομικούς κινδύνους», το ύψος των κρατικών κονδυλίων για Ασφάλιση ως ποσοστό του ΑΕΠ κ.ά., ενώ, όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται, η προσέγγιση θα είναι συνολική, «καθώς τα βασικά χαρακτηριστικά των συνταξιοδοτικών συστημάτων συνδυάζονται με τους θεσμούς της αγοράς εργασίας και τα δίκτυα Κοινωνικής Ασφάλισης».

Για τους σκοπούς αυτούς προετοιμάζονται «συνοδευτικοί δείκτες», οι οποίοι, μεταξύ άλλων, αφορούν τη «συγκριτική αξιολόγηση» της «νομικής» και της «πραγματικής» ηλικίας για τη συνταξιοδότηση και την αναλογία των συνταξιούχων επί του απασχολούμενου εργατικού δυναμικού.

Εξίσου αποκαλυπτική είναι και η περίπτωση της «συγκριτικής αξιολόγησης» ανάμεσα στη «μέση σύνταξη» και το «μέσο μισθό». Οπως χαρακτηριστικά επισημαίνεται στην απόφαση του Γιούρογκρουπ, μια «υψηλή τιμή υποδεικνύει ένα σχετικά γενναιόδωρο σύστημα, ενώ μια χαμηλή τιμή το αντίθετο».

Α. Σ.
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου