Παρασκευή, 13 Ιανουαρίου 2017

Συσκοτίζεται η ουσία...


Ψηλά κρατιέται η συζήτηση για την υπόθεση της πολυεθνικής φαρμακοβιομηχανίας που ελέγχεται για το χρηματισμό γιατρών, προκειμένου να συνταγογραφούν τα φάρμακά της και να επεκτείνει το μερίδιό της στην αγορά. Από την κυβέρνηση γίνεται προσπάθεια το υπαρκτό - όπως όλα δείχνουν - σκάνδαλο να αποδοθεί στις προηγούμενες κυβερνήσεις, βάζοντας στο κάδρο ακόμα και πρώην υπουργούς, θέλοντας προφανώς να αξιοποιήσει και πολιτικά τις αποκαλύψεις. Από την πλευρά της ΝΔ, αποποιούνται οποιαδήποτε ευθύνη και «αντεπιτίθενται» με υπονοούμενα για την κυβέρνηση ότι, με την πολιτική τιμών που εφαρμόζει στα φάρμακα, υπηρετεί συγκεκριμένα συμφέροντα και εταιρείες. 
 
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι, όπως και στο παρελθόν, τέτοιες υποθέσεις, όταν αποκαλύπτονται, αξιοποιούνται για επιχειρηματικά και πολιτικά «ξεκαθαρίσματα». Κάτι τέτοιο φαίνεται πως θα συμβεί και τώρα, καθώς ήδη διαρρέονται πληροφορίες ότι το μέγεθος του σκανδάλου είναι ισάξιο της «Siemens». Αυτό που κρύβεται είναι το εξής: Το υπόβαθρο τέτοιων σκανδάλων είναι η λειτουργία της Υγείας με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια και η διαχείριση του Φαρμάκου ως εμπορεύματος. Εκεί βρίσκεται η βάση της διαπλοκής του κράτους με τις φαρμακοβιομηχανίες, όπως γίνεται άλλωστε γενικά με τους μονοπωλιακούς ομίλους, ανεξάρτητα από κλάδο. Εκεί βρίσκεται όμως και η αιτία για το γεγονός ότι ένα μέρος των γιατρών λειτουργούν κυριολεκτικά ως πλασιέ επιχειρηματικών συμφερόντων, που είναι κοινό μυστικό, ανεξάρτητα από το αν και σε ποιο βαθμό θα αποδειχτούν βάσιμες οι αποκαλύψεις για τη συγκεκριμένη φαρμακοβιομηχανία.

... και αυξάνουν οι πληρωμές
 
Ας δούμε, όμως, μια ακόμα πλευρά: Η κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι η αποκάλυψη τέτοιων σκανδάλων βοηθάει στη λήψη μέτρων περιορισμού της φαρμακευτικής δαπάνης από το κράτος, καθώς αποδεικνύεται ότι ένα μέρος της οφείλεται στην υπερσυνταγογράφηση και σε αχρείαστα φάρμακα. Με τον τρόπο αυτό, λέει η κυβέρνηση, βάζει «χαλινό» στις εταιρείες του Φαρμάκου, προστατεύει τα δημοσιονομικά του κράτους, αλλά και τους ασθενείς. Η αλήθεια είναι τελείως διαφορετική. Μπορεί η φαρμακευτική δαπάνη από κράτος και Ταμεία να μειώνεται από χρόνο σε χρόνο, στο όνομα της δημοσιονομικής εξυγίανσης, αυτό που συμβαίνει όμως είναι να μετακυλίεται το κόστος στους ασθενείς. Για παράδειγμα, το 2017 η φαρμακευτική δαπάνη προϋπολογίζεται στα 2.270 εκατομμύρια ευρώ, μειωμένη κατά 230 εκατομμύρια ευρώ από το ποσό το οποίο εκτιμάται ότι θα κλείσει το 2016. Η εμπειρία, όμως, από την τελευταία μόνο εξαετία δείχνει ότι οι μειώσεις στη δημόσια φαρμακευτική δαπάνη (από 5,2 δισ. ευρώ το 2009 στα 1,9 δισ. ευρώ το 2015) οδήγησαν στην εκτόξευση της μεσοσταθμικής συμμετοχής των ασφαλισμένων από το 9% (2009) στο 30% (2015). Δηλαδή, κράτος και ασφαλιστικά ταμεία πλήρωσαν κατά 57,7% λιγότερο, ενώ οι ασφαλισμένοι πλήρωσαν ως συμμετοχή κατά 43,1% περισσότερο, όχι για όλα τα φάρμακα, αλλά μόνο γι' αυτά που αποζημιώνει ο ΕΟΠΥΥ! Δηλαδή, το ποσοστό αυτό είναι πολύ παραπάνω αν ληφθεί υπόψη ο αυξανόμενος αριθμός των Μη Συνταγογραφούμενων Φαρμάκων και των φαρμάκων της «αρνητικής λίστας», τα οποία δεν αποζημιώνονται από τον ΕΟΠΥΥ και πληρώνονται εξολοκλήρου από τους ασθενείς. Αυτό κι αν είναι ...σκάνδαλο!

Αδιόρθωτος «παραλογισμός»
 
Μια πλευρά της τραγωδίας των αστέγων μάς δίνει η εικόνα εκείνου του ανθρώπου, που αν και υπήρχε η δυνατότητα να περάσει την παγωμένη νύχτα σε μια «δομή φιλοξενίας» του Δήμου Αθηναίων, βρήκε κλειστή την πόρτα για λόγους που διερευνώνται. Η πιο μεγάλη εικόνα, όμως, είναι οι χιλιάδες άστεγοι που έχουν πολλαπλασιαστεί στα χρόνια της κρίσης και οι ακόμα περισσότερες λαϊκές οικογένειες που βυθίζονται στη φτώχεια και χρωστούν ολοένα και περισσότερα δάνεια και νοίκια. Σε μια άλλη, πρόσφατη είδηση στην «Καθημερινή», διαβάσαμε για τα 180.000 ακίνητα που παραμένουν αδιάθετα και οδηγούνται στη «σταδιακή εγκατάλειψη». Το άρθρο, μάλιστα, προσθέτει ότι «η φθορά που έχουν υποστεί τα ακίνητα που βρίσκονται στην αγορά επί σειρά ετών, σημαίνει ότι ακόμα κι αν η αγορά εισέλθει σε τροχιά ανάκαμψης, η ζήτηση για τα συγκεκριμένα κτίρια θα παραμείνει σε χαμηλό επίπεδο, επιταχύνοντας ακόμα περισσότερο τη διαδικασία απαξίωσής τους». Αυτός ο ...παραλογισμός δεν συνιστά παραφωνία της κατά τ' άλλα «αυτορυθμιζόμενης» αγοράς, αλλά περιγράφει την «καρδιά» της λειτουργίας του καπιταλισμού και των αντιφάσεών του που μαστίζουν την εργατική τάξη: Από τη μία, χιλιάδες να ζουν με το άγχος της στέγασης και, από την άλλη, να ρημάζουν ακίνητα επειδή δεν αποδίδουν τα προσδοκώμενα κέρδη, ακόμα και αν ο κατασκευαστικός τομέας ανακάμψει... Αυτές οι αγιάτρευτες αντιφάσεις είναι που επιβεβαιώνουν ότι σωτηρία του λαού έξω από την πάλη για την ανατροπή αυτού του βάρβαρου συστήματος δεν μπορεί να υπάρξει.

Συνεχίζει το σερί
 
Συνεχίζει ο υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης το σερί των εμφανίσεων στις οποίες μοιράζει αβέρτα κουβέρτα χρήματα στους αγρότες, αφήνοντας διάφορα νούμερα να αιωρούνται «στον αέρα». Το γεγονός ότι οι παρεμβάσεις του υπουργού πυκνώνουν όσο πλησιάζει η μέρα που οι μικρομεσαίοι αγρότες θα βγουν με τα τρακτέρ στις πλατείες των χωριών και μετά στα μπλόκα, προδίδει την προσπάθεια της κυβέρνησης να δημιουργήσει την εντύπωση ότι το χρήμα ρέει από τα μπατζάκια τους και επομένως κακώς σχεδιάζουν κινητοποιήσεις. Ας δούμε, όμως, τι συμβαίνει πραγματικά, παίρνοντας για παράδειγμα την τελευταία εξαγγελία του υπουργού, ότι θα στηρίξει τους συνεταιρισμούς και τις ομάδες - οργανώσεις παραγωγών, «με βασικό στόχο την ανάπτυξη και ενίσχυση του αγροτικού τομέα». Πέρα από την εφαρμογή του σχετικού νόμου, η κυβέρνηση σχεδιάζει «κίνητρα και διευκολύνσεις ώστε να αποκτήσουν οι συνεταιρισμοί πρωταγωνιστικό ρόλο στην αγροτική οικονομία». Τι είναι, όμως, αυτές οι ομάδες και οι συνεταιρισμοί; Πρόκειται για καπιταλιστικές επιχειρήσεις του αγροτοκτηνοτροφικού τομέα, τις οποίες η κυβέρνηση φιλοδοξεί να εξελίξει σε «μεγάλα εμπορικά σχήματα και διεπαγγελματικές οργανώσεις ανά κλάδο». Απόδειξη γι' αυτό είναι ότι σκοπεύει να τις χρηματοδοτήσει για τα λειτουργικά τους έξοδα με ποσά έως και 100.000 το χρόνο, ως ποσοστό επί του κύκλου εργασιών τους, που εννοείται ότι θα είναι πολλαπλάσιος. Σε τέτοια μεγέθη επιχειρήσεων αναφέρεται η κυβέρνηση όταν μιλάει για στήριξη των αγροτών και κτηνοτρόφων, και όχι βέβαια των μικρομεσαίων, που συμπιέζονται διαρκώς και δυσκολεύονται να επιβιώσουν.

Ριζοσπάστης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου