Πήγαινα Γυμνάσιο και βαριόμουν αφόρητα αυτές τις πολύωρες συνάξεις, με την ακατάσχετη φλυαρία των μεγάλων πάνω από βουνά ροσμπίφ, τυρόπιτας και ρώσικης σαλάτας, που τότε ήταν πολύ της μόδας. Εκείνο το Σάββατο όμως η κουβέντα τους είχε τόσο ενδιαφέρον, και κυρίως τόσες αποκαλύψεις, που με έκαναν να μη θέλω να σηκωθώ από το τραπέζι. Είχε έρθει πρώτη φορά στο σπίτι ο κ. Γιάννης, που είχε μια μικρή βιοτεχνία στου Ψυρρή, είχε κάνει εξορία, είχε βασανιστεί, τα είχε δει όλα. Μας έλεγε πως είχε γνωρίσει από κοντά «τέρατα» όπως ο Μάλλιος, ο Μπάμπαλης, ο Σπανός, ο Λάμπρου, ο Χατζηζήσης. Είχε διανυκτερεύσει κιόλας στο πιο γνωστό πλυσταριό του κόσμου, στην ταράτσα της Μπουμπουλίνας. Ηταν η πρώτη φορά που άκουγα κάποιον να μιλάει για τους χουντικούς, αλλά και για το ΚΚΕ, χωρίς μισόλογα. Με είχαν συνεπάρει όχι μόνο οι διηγήσεις του, αλλά και ο τρόπος που απαντούσε στις ερωτήσεις μου, όσο απλοϊκές κι αν ήταν. Αυτό όμως που θυμάμαι έντονα από εκείνη τη χειμωνιάτικη νύχτα στο σπίτι της οδού Σερρών 71, της Ακαδημίας Πλάτωνος, είναι ότι όσο μιλούσε αυτός ο άνθρωπος νόμιζα πως ...φωτιζόταν, σαν να ξεχείλιζε ένα φως από τα μάτια του και πλημμύριζε το πρόσωπό του. Αργότερα έμαθα πως αυτό λέγεται γοητεία.
Η καταμπερδεμένη εφηβεία ενός παιδιού που μεγάλωσε μέσα στη χούντα παλινδρομούσε μέχρι τότε, κάπου ανάμεσα στην αμηχανία και στην ανάγκη να βρει μια πυξίδα μέσα στα αδιέξοδα και στη σύγχυση που ένιωθε κάθε φορά που προσπαθούσε να ερμηνεύσει τον κόσμο. Ολα γύρω του ήταν καινούργια και παράξενα, όλα το μπέρδευαν και το εξόργιζαν και όλα το μαγνήτιζαν. Νομίζω πως σε εκείνη την ηλικία ξεκίνησε να καταλαβαίνει αμυδρά πως η ζωή είναι μια σειρά από δύσκολες πίστες, πως σίγουρα δεν θα του χαριστεί, μόνο δεν ήξερε ακόμα πώς θα μπορούσε να τη διεκδικήσει. Και από εκείνη τη νύχτα, του είχε καρφωθεί στο μυαλό η κουβέντα του κ. Γιάννη: «Αν δεν κάνεις εσύ το πρώτο βήμα για το δίκιο σου, η αδικία θα κάνει δέκα». Ισως να μην ήταν η ακριβής φράση, ίσως να την είχε μεταπλάσει στο μυαλό του, αλλά πιστεύω πως το νόημα ήταν αυτό. Και κάπως έτσι άρχισα να ψάχνομαι. Εκείνος ο άνθρωπος είχε ανάψει μέσα μου φωτιές. Μικρές, αλλά φωτιές. Δεν είχα διαβάσει ακόμα Μαρξ ή Λένιν. Δεν ήξερα τις ιστορικές λεπτομέρειες. Αυτό που ήξερα μόνο ήταν πως όπου κι αν γύριζα το βλέμμα, στη λαϊκή γειτονιά μου, έβλεπα ανθρώπους που μοχθούσαν, που τους εκμεταλλεύονταν και αυτοί το υπέμεναν, ζούσαν με το κεφάλι σκυφτό, όχι επειδή το ήθελαν αλλά επειδή έτσι τους είχαν μάθει.