Παρασκευή, 24 Οκτωβρίου 2014

Το εθνικό μας τσίρκο



Άρθρο
του Ραφαήλ Παπαδόπουλου (Σταυριώτη)
Πτυχιούχος Πολιτικών Επιστημών Α.Π.Θ



Λέγεται πολύ ορθά ότι τα προβλήματα πολιτικής και κοινωνικής αποσύνθεσης που βιώνει η χώρα οφείλονται πρώτιστα στην έλλειψη ουσιαστικής κι ανθρωπιστικής παιδείας. Κι ότι ένας λαός που δε μαθαίνει την ιστορία του ειδικά στις τραγικές στιγμές της, είναι καταδικασμένος να την ξαναζήσει. Αυτές οι σκέψεις μου έρχονται στο νου κάθε χρόνο όταν πλησιάζει η «εθνική» επέτειος της 28ης Οκτωβρίου.
Σε πολλές σχετικές συζητήσεις επισημαίνεται το εκ πρώτης όψεως ιστορικό παράδοξο του εορτασμού της έναρξης του πολέμου, που οδήγησε στην πείνα, τις στερήσεις και την ανθρωπιστική τραγωδία της Κατοχής, κι όχι της απελευθέρωσης από τους ναζί, στις 12 Οκτωβρίου του 1944. Κωμικό και τραγικό ταυτόχρονα, όμως διόλου παράδοξο αν αναλογιστούμε τους λόγους και  τις συνθήκες της επιλογής της συγκεκριμένης επετείου ως «εθνικής» εορτής.
Ο πόλεμος εναντίον του ιταλικού φασισμού και του γερμανικού ναζισμού παρουσιάζεται από το επίσημο κράτος ως ιστορική απόδειξη του ομόθυμου αγώνα του ελληνικού λαού εναντίον του φασισμού, και συνεπώς ως διαπιστευτήριο δημοκρατικής νομιμότητας των πολιτικών ηγεσιών της χώρας τόσο πριν όσο και μετά την Κατοχή. Αγνοείται επιδεικτικά το γεγονός ότι ο πόλεμος διεξήχθη από μια δικτατορία που είχε την ενεργό στήριξη του θρόνου, ο επικεφαλής της οποίας μάλιστα ήταν δηλωμένος θαυμαστής των Χίτλερ και Μουσολίνι. Η επιλογή του καθεστώτος Μεταξά και των πολιτικών και κοινωνικών συμφερόντων που εκπροσωπούσε να αντιταχθούν στις δυνάμεις του άξονα δεν ήταν λοιπόν δείγμα πατριωτισμού ή δημοκρατικής ευαισθησίας, αλλά απέρρεε από τις γεωστρατηγικές  και πολιτικές συνθήκες εξάρτησης της άρχουσας τάξης της χώρας από την Αγγλία, και αργότερα από τις ΗΠΑ. Απόδειξη αυτού είναι η άρνηση του καθεστώτος να αποφυλακίσει αριστερούς και κομμουνιστές, προκειμένου να πολεμήσουν κι αυτοί όπως είχε ζητήσει ο Ν. Ζαχαριάδης με επιστολή του από τη φυλακή. Η συστράτευση στον πόλεμο του 40, όπως την αντιλαμβανόταν το καθεστώς Μεταξά, ήταν κάθε άλλο παρά καθολική και δημοκρατική, σε αντίθεση με ό,τι προπαγανδίζεται από τότε ως σήμερα. Όσο για τον άλλο πόλο κι εγγυητή της αστικής εξουσίας, το θρόνο, φυγαδεύτηκε από τη χώρα μαζί με εξέχοντες εκπροσώπους της άρχουσας πολιτικής κι οικονομικής ελίτ, και καθ’ όλη τη διάρκεια των μαύρων χρόνων της Κατοχής, εντελώς απόντες από το δράμα αλλά και από τη μεγαλειώδη αντίσταση του λαού στον κατακτητή, παρίσταναν μια «κυβέρνηση» υπό την εγγύηση των  «συμμαχικών» δυνάμεων, χωρίς την παραμικρή λαϊκή νομιμοποίηση. Κι όμως, αναγορεύτηκαν σε πρωταγωνιστές της αντίστασης από το μετεμφυλιακό καθεστώς.

Την λαϊκή αντίσταση απέναντι στο ναζισμό οργάνωσε με εκπληκτικά αποτελέσματα η Αριστερά, μοναδικός φύσει και θέση πραγματικός εχθρός του. Έχοντας ως το 1940 έναν σχετικά περιθωριακό ρόλο στην πολιτική ζωή, με εξαίρεση τις εκλογές του 1936, αναδείχτηκε σε απόλυτο και πραγματικό πρωταγωνιστή της Αντίστασης. Μέσα από την εποποιία του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ όχι μόνο κατάφερε να εξασφαλίσει την επιβίωση χιλιάδων  σε τραγικές συνθήκες, οργανώνοντας στοιχειωδώς την κοινωνική ζωή και αλληλεγγύη  (συσσίτια κτλ), και να απειλήσει σοβαρά τις δυνάμεις κατοχής και τους ντόπιους συνεργάτες τους σε στρατιωτικό επίπεδο, αλλά έθεσε γερές βάσεις για την πραγματική λαϊκή αυτοδιάθεση και την κοινωνική απελευθέρωση, μέσα από τους αμεσοδημοκρατικούς θεσμούς πολιτικής συμμετοχής που οργάνωσε στα εδάφη που απελευθέρωσε, στους οποίους συμμετείχαν για πρώτη φορά και οι γυναίκες (λαϊκές συνελεύσεις, εκλογές κτλ). Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του ΕΑΜ ως απελευθερωτικού λαϊκού κινήματος και του ΕΛΑΣ ως ένοπλου τμήματός του, είναι πως διεκδίκησε δυναμικά,  πέρα από την απελευθέρωση από τους κατακτητές και την δημοκρατική αυτοδιάθεση του λαού, μέσω νέου Συντάγματος και της λύσης του πολιτειακού ζητήματος με γνήσιο δημοψήφισμα,  την δίκαιη αναδιανομή και τον κοινωνικό έλεγχο του παραγόμενου πλούτου από τα μεγαλοαστικά στρώματα που είχαν συσσωρεύσει τεράστια κέρδη συνεργαζόμενα με τους ναζί (συμβάσεις εξοπλισμών διανομή ανθρωπιστικής βοήθειας στον πληθυσμό από το κατοχικό κράτος κτλ), προς όφελος της μεγάλης αγροτικής και εργατικής λαϊκής πλειοψηφίας. Η Αριστερά λοιπόν, όντας διεκδικητής της αλλαγής πολιτικού και κοινωνικού καθεστώτος και της πραγματικής κοινωνικής δημοκρατίας, δεν ήταν δυνατόν  να έρθει σε οποιονδήποτε συμβιβασμό με τις χρεοκοπημένες αστικές δυνάμεις και τα ταξικά συμφέροντα που εκπροσωπούσαν, οι οποίες έβλεπαν το φάντασμα της οριστικής απώλειας της κυριαρχίας τους.
Δεδομένου όμως ότι στη διάρκεια μεγάλου μέρους της Κατοχής και  στην απελευθέρωση, το ΕΑΜ είχε αναδειχτεί ως η μονή κρατικά οργανωμένη εξουσία με μεγάλη στρατιωτική δύναμη και λαϊκή υποστήριξη στον ελλαδικό χώρο, ο μόνος τρόπος να αποτραπεί η άνοδός του στην εξουσία ήταν ο  βίαιος αποκλεισμός της Αριστεράς από την πολιτική ζωή μετά την αποχώρηση των κατοχικών δυνάμεων. Πρώτο βήμα στην κατεύθυνση αυτή ήταν η συγκρότηση από τις κατοχικές κυβερνήσεις των ταγμάτων ασφαλείας, των γνωστών ένοπλων τμημάτων δοσίλογων, που ήταν υπεύθυνοι για μια σειρά εγκλημάτων κατά άμαχων, στο Χορτιάτη, τα Καλάβρυτα κι αλλού. Παράλληλα με τη στρατιωτική δράση κατά του ΕΛΑΣ, ξεκίνησε και μια συστηματική προσπάθεια συκοφάντησης και στοχοποίησης της αντιστασιακής Αριστεράς ως δακτύλου της ΕΣΣΔ και προδότη των «εθνικών συμφερόντων» (είναι γνωστή η φράση «εαμοβούλγαροι»). Η αντιεαμική ρητορεία και δράση των ταγμάτων ασφαλείας συνεχίστηκε με όλο και  μεγαλύτερη ένταση από τις μεταπολεμικές κυβερνήσεις, με αιχμή του δόρατος τον αφοπλισμό του ΕΛΑΣ, και την ενσωμάτωση των δοσίλογων στον «εθνικό στρατό» και τον κρατικό μηχανισμό, την ανεξέλεγκτη τρομοκρατία παρακρατικών ακροδεξιών συμμοριών στην ύπαιθρο εις βάρος αριστερών πολιτών. Η απόλυτη ρήξη που είχε κάνει την πρώτη της εμφάνιση με τα Δεκεμβριανά, επισημοποιήθηκε με τις νόθες εκλογές του 1946  και το νόθο δημοψήφισμα παλινόρθωσης της μοναρχίας. Έτσι, βοηθούντων και των τραγικών λαθών και εμμονών της επίσημης ηγεσίας της Αριστεράς, της όξυνσης του ψυχροπολεμικού ανταγωνισμού και της βρετανικής κι αμερικανικής αποικιακού τύπου επέμβασης, οδηγήθηκε η χώρα στην επίσημη και ανεπίσημη ποινικοποίηση των υλικών και ιδεολογικών κληροδοτημάτων της Αντίστασης, με το Γ’ Ψήφισμα του 1946 και από κει στον αιματηρό εμφύλιο και την τυπική θέση του ΚΚΕ εκτός νόμου με αφορμή την ανακήρυξη της Προσωρινής Δημοκρατικής Κυβέρνησης τον Δεκέμβρη του 1947. Με την ήττα των αριστερών δυνάμεων και του ΔΣΕ, κληρονόμου και συνεχιστή του κοινωνικού και δημοκρατικού αγώνα του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ, ο αντικομμουνισμός έγινε επίσημη κρατική ιδεολογία, και το μετεμφυλιακό κράτος εξελίχθηκε σε μια παρωδία δημοκρατίας, με τραγικό επίλογο τη Χούντα και την κυπριακή τραγωδία.
Μόνο μέσα σε αυτό το ιστορικό και ιδεολογικό πλαίσιο εξηγείται η επιλογή των κρατούντων μετά το 1945 για την ταύτιση της έναρξης του πολέμου με την αντίσταση στο φασισμό και την «εθνική ενότητα και ομοψυχία». Αποτελεί μια από τις πολλές περιπτώσεις διαστρέβλωσης, αν όχι αντιστροφής της ιστορικής πραγματικότητας, προκειμένου να νομιμοποιηθούν οι εκάστοτε κυβερνώντες κι ο πολιτικές τους επιλογές, ιδίως όταν αυτές έχουν καταστροφικά αποτελέσματα για τη μεγάλη λαϊκή πλειοψηφία. Στην περίπτωσή μας, όπως προαναφέρθηκε, η γελοία και ανιστόρητη ταύτιση της αντίστασης στο φασισμό με τον πόλεμο του 40 και όχι με την ημερομηνία της απελευθέρωσης, έχει σαφή διπλή στόχευση: πρώτον, να μετατρέψει τον Μεταξά στη συλλογική συνείδηση από φασίστα και δικτάτορα σε εκφραστή του αγώνα για ελευθερία και δημοκρατία (!), και δεύτερον, και κυριότερο, να αναγορεύσει τις μεταπολεμικές αστικές κυβερνήσεις σε μοναδικό νόμιμο κάτοχο της εξουσίας, αγνοώντας την καθοριστική συμβολή της αριστερής αντίστασης στην νίκη απέναντι στο φασισμό και την απελευθέρωση. Πρόκειται για κατάφωρη πρόκληση της κοινής λογικής και της ιστορικής μνήμης, αφού το μεταπολεμικό και μετεμφυλιακό καθεστώς αντέστρεψε πλήρως την πραγματικότητα, στιγματίζοντας τους αγωνιστές της Αντίστασης ως προδότες και «εαμοβούλγαρους» και βαφτίζοντας όσους απείχαν κι όσους συνεργάστηκαν με τους ναζί «πατριώτες» και «αγωνιστές του έθνους» ενάντια στην «άθεη κομμουνιστική τυραννία». Έτσι, εξιλεώθηκε ο δωσιλογισμός και δαιμονοποιήθηκε η Αντίσταση! Ούτε όμως και με τη μεταπολίτευση αποκαταστάθηκε η δικαιοσύνη και η αλήθεια, αφού το ως τότε κυρίαρχο αφήγημα του «κράτους της Δεξιάς», αντικαταστάθηκε από το εξίσου επικίνδυνο και αποπροσανατολιστικό ιδεολόγημα ότι για τον Εμφύλιο φταίνε «οι ξένοι», οι «μεγάλες δυνάμεις» (Αγγλία, ΗΠΑ, ΕΣΣΔ), που «μας έβαλαν να φαγωθούμε μεταξύ μας». Το ιδεολόγημα αυτό αποδίδει τόσο καθοριστικό ρόλο στην ξένη επέμβαση (χωρίς να σημαίνει ότι αυτή δεν είχε ιδιαίτερα σημαντική συμβολή στην πορεία προς τον Εμφύλιο και την κατάληξή του), που αγνοεί και πάλι εντελώς τις εσωτερικές κοινωνικές και πολιτικές διαστάσεις του, και συγκεκριμένα  τη συνεργασία των παραδοσιακών αστικών πολιτικών δυνάμεων με το μηχανισμό των δοσιλογικών κυβερνήσεων εναντίον της Αριστεράς, μια συνεργασία ενταγμένη βέβαια στις ευρύτερες γεωπολιτικές επιδιώξεις της Αγγλίας και των ΗΠΑ, στον εντεινόμενο ανταγωνισμό τους με την ΕΣΣΔ και το υπό διαμόρφωση ανατολικό μπλοκ. Αποκρύπτεται δηλαδή ο Εμφύλιος ως συνειδητή στρατηγική πολιτική επιλογή της αντιεαμικής κοινωνικής συμμαχίας. Συνεπώς, τα πολιτικά και ιδεολογικά χαρακτηριστικά της επίσημης κρατικής εκδοχής για την δραματική δεκαετία του 40 παραμένουν ουσιαστικά ίδια πριν και μετά τη μεταπολίτευση: αποχρωματισμός και εν τέλει αθώωση του δωσιλογισμού και της Δεξιάς συνολικά ως πολιτικού του απογόνου.
Αν κανείς νομίζει ότι η περίοδος της Κατοχής και του Εμφυλίου είναι η μοναδική περίπτωση συστηματικής κατασκευής και προπαγάνδισης  βολικών στερεοτύπων περί «εθνικής ενότητας» από τους κρατούντες, μπορεί να σκεφτεί κι ένα άλλο χαρακτηριστικό παράδειγμα, αυτό της επίσημης κρατικής εκδοχής για τη Μικρασιατική Εκστρατεία και την καταστροφή. Εδώ, ο πόλεμος βαφτίζεται δίκαιος αγώνας για την διεκδίκηση των ιστορικών και απαράγραπτων εδαφικών δικαιωμάτων του ελληνισμού στη Μ. Ασία και την απελευθέρωση των «αλύτρωτων αδελφών», κι όχι αυτό που ήταν, δηλαδή ένας ιμπεριαλιστικός επεκτατικός πόλεμος που αποτέλεσε μέρος των σχεδιασμών των νικητών του Α’ Παγκοσμίου για τη διανομή των εδαφών της υπό διάλυση Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Αντίστοιχα ως υπεύθυνοι για την τραγική του κατάληξη και τον δραματικό ξεριζωμό χιλιάδων Μικρασιατών και Ποντίων παρουσιάζονται αποκλειστικά τα γεωστρατηγικά συμφέροντα των «συμμάχων» που «μας πούλησαν», η βαρβαρότητα του κεμαλικού εθνικισμού, καθώς και η «αντεθνική» Αριστερά που είχε εξ αρχής ταχθεί κατά του πολέμου επισημαίνοντας τους κινδύνους του και παραμερίζεται και πάλι η κύρια ευθύνη των ελληνικών πολιτικών ηγεσιών, βενιζελικών και βασιλικών, που διακατεχόμενες από αλαζονεία, καιροσκοπισμό και ρομαντική αφέλεια στην εκτίμηση των διεθνών συνθηκών, έσυραν τη χώρα σε μια πολεμική περιπέτεια εκ των προτέρων καταδικασμένη σε αποτυχία, η οποία σύντομα πήρε τυχοδιωκτικό χαρακτήρα, επιβαρυνόμενη από τις εκκαθαρίσεις των αντίπαλων παρατάξεων στον κρατικό μηχανισμό και ειδικά στο στρατό.
Μετά από αυτή τη μικρή παρένθεση, κι επιστρέφοντας στο θέμα της «εθνικής» εορτής της 28ης Οκτωβρίου, θέλω να σημειώσω ότι απόδειξη  της καταστρεπτικής επιρροής της επίσημης άποψης για τον πόλεμο και τα επακόλουθά του στη συλλογική συνείδηση, είναι ότι ακόμη και σήμερα, την ώρα που ιστορικά ντοκουμέντα και μαρτυρίες έχουν αποδείξει ατράνταχτα τον ρόλο τόσο της Αριστεράς όσο και της Δεξιάς την περίοδο εκείνη, εξακολουθούν να υποστηρίζονται και να παίρνονται στα σοβαρά από «ακαδημαϊκούς» και μεγάλο μέρος της κοινής γνώμης, επιστημονικοφανείς σοφιστείες όπως η «θεωρία των τριών γύρων», που υποστηρίζει ότι η αντίσταση στο ναζισμό ήταν μεθόδευση της Αριστεράς για να καταλάβει βίαια την εξουσία μετά την απελευθέρωση και να προσαρτήσει τη χώρα στο σοβιετικό μπλοκ (!), με «δεύτερο γύρο» αυτής της απόπειρας τα Δεκεμβριανά και «τρίτο γύρο» τον Εμφύλιο. Η ιδεολογική σημασία της «γιορτής» της 28ης Οκτωβρίου αναδεικνύεται πάλι σήμερα που η νεοφιλελεύθερη ακροδεξιά που κυβερνά προσπαθεί ξανά να ακυρώσει όλες τις δημοκρατικές και κοινωνικές κατακτήσεις της Αριστεράς των τελευταίων δεκαετιών, κατηγορώντας την παράλληλα με περισσό θράσος ότι αυτή ευθύνεται για την οικονομική και κοινωνική γενοκτονία που ζούμε. Πιστοί στις  προπαγανδιστικές μεθόδους παραπληροφόρησης και κατασυκοφάντησης της Αριστεράς, οι γκεμπελίσκοι που κυβερνούν αντιστρέφουν γι άλλη μια φορά την πραγματικότητα για να μεταθέσουν αλλού την ευθύνη των εγκλημάτων τους, όπως αριστοτεχνικά έκαναν και οι ιδεολογικοί τους πρόγονοι, οι δοσίλογοι της Κατοχής.
Στη στρατηγική αυτή, η παρωδία της 28ης Οκτωβρίου είναι ένα χρήσιμο  συμβολικό εργαλείο. Συντηρεί τη βολική αυταπάτη της δήθεν ομόψυχης αντίστασης του έθνους στο φασισμό, διαστρεβλώνοντας προκλητικά την Ιστορία και προσβάλλοντας τη μνήμη των πραγματικών αγωνιστών του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, αφού τους τοποθετεί στο ίδιο «έθνος» με τους ταγματασφαλίτες. Ισχυρίζεται ότι τιμά την αντιφασιστική νίκη, αγνοώντας τους πρωταγωνιστές της, και χρησιμοποιώντας το άθλιο φασιστικό κατάλοιπο των στρατιωτικών παρελάσεων! Ταυτόχρονα, αποχαυνώνει την κοινή γνώμη, εθίζοντάς την στο ψέμα και την υποκρισία: αυτοί που μας υποδεικνύουν ότι πρέπει να νιώθουμε περήφανοι παρακολουθώντας μια πολυδάπανη κι άχρηστη κουστωδία εμβατηρίων και στρατιωτικών τμημάτων, του κατεξοχήν εργαλείου βίας, είναι οι ίδιοι που όλες τις υπόλοιπες μέρες του χρόνου «καταδικάζουν τη βία απ’ όπου κι αν προέρχεται», εξαιρώντας όπως φαίνεται τη βία των νεοναζί και των δυνάμεων καταστολής. Δεν θα ήταν λοιπόν υπερβολή να πει κανείς ότι η «εθνική» αυτή γιορτή ταυτίζεται ως προς τον βαθύτερο σκοπό της και συναγωνίζεται σε γελοιότητα και υποκρισία, σε μετριοπαθέστερη και καλλωπισμένη βέβαια εκδοχή, μια άλλη εξίσου γνωστή παρωδία: το «μνημόσυνο» μίσους που τελούν κάθε χρόνο οι χιτλερικοί τραμπούκοι της ΧΑ, προς τιμήν των ινδαλμάτων τους, των ταγματασφαλιτών που εκτελέστηκαν από τους μαχητές του ΕΛΑΣ στο Μελιγαλά της Μεσσηνίας, βρίσκοντας το τέλος που τους άξιζε.
  Με όλα αυτά δεν θέλω να αγνοήσω ή να υποτιμήσω τον ηρωισμό και την αυτοθυσία που αδιαμφισβήτητα επέδειξε ο λαός, στρατευμένος και μη, στα μέτωπα του πολέμου του 40. Αυτός ο ηρωισμός άλλωστε, σε συνδυασμό με την οργή και την απογοήτευση για την προδοσία της πολιτικής και στρατιωτικής «ηγεσίας», η οποία μετέτρεψε την νίκη σε ήττα και ταπείνωση, ήταν που αποτέλεσε την ψυχολογική μαγιά για τη γέννηση και την ταχύτατη εξάπλωση του αντάρτικου. Και για να αναγνωριστεί πραγματικά η αξία αυτού του ηρωισμού ως καίριου συντελεστή στη συντριβή του ναζισμού, θα πρέπει να ενταχθεί  στην εθνική αντίσταση, που από την πρώτη στιγμή θέριεψε στην ύπαιθρο και τις πόλεις, καθιστώντας τις συνθήκες από δυσμενείς ως αφόρητες για τους κατακτητές και τους ντόπιους συνεργάτες τους. Κι όχι να χρησιμοποιηθεί προπαγανδιστικά ταυτιζόμενος με ένα στρατιωτικό γεγονός που είχε αναλογικά πολύ μικρή επίδραση στην τελική έκβαση του πολέμου, μόνο και μόνο για να ξεπλυθούν τα εγκλήματα της κυβερνώσας Δεξιάς, προπολεμικά και μεταπολεμικά, και να τεκμηριωθεί άτσαλα κι αναδρομικά η «εθνικοφροσύνη» της.
Η εποποιία των αντιστασιακών κινημάτων της Ελλάδας κι άλλων κατεχόμενων χωρών, μας δίδαξε ότι ο πόλεμος εναντίον του φασισμού μπορεί να είναι νικηφόρος, μόνο όταν έχει λαϊκό και αυθόρμητο χαρακτήρα, κι ότι η συμβολή από τα πάνω της όποιας κρατικής εξουσίας είναι δευτερεύουσα κι επικουρική. Στην ελληνική περίπτωση, η αριθμητικά μεγαλύτερη, μακροβιότερη και πολιτικά πιο ισχυρή από όλες τις αντιστασιακές οργανώσεις, το ΕΑΜ και ο ΕΛΑΣ, μας πρόσφερε εκτός όλων των άλλων, και την απαραίτητη σύζευξη εθνικοαπελευθερωτικού και ταξικού αγώνα, κάτι που ως τότε πολλοί «ορθόδοξοι» κομμουνιστές, δέσμιοι της ιδεολογικής καθαρότητας του προλεταριακού διεθνισμού, έβλεπαν με καχυποψία ή και ανοιχτή εχθρότητα. Οι ήρωες του αριστερού αντάρτικου, με ενδοξότερη μορφή τον Άρη Βελουχιώτη, απέδειξαν έμπρακτα με τον αγώνα τους, ότι η εθνική αυτοδιάθεση αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση της λαϊκής εξουσίας και της κοινωνικής απελευθέρωσης, και δεν αντιτίθεται σε αυτές.
Κλείνοντας, η αντικατάσταση της 28ης Οκτωβρίου του 1940 του Μεταξά από την 12η Οκτωβρίου του 1944 της απελευθέρωσης από τους ναζί και της επίτευξης του κύριου στόχου της Αντίστασης, ως πραγματικού συμβόλου της αντιφασιστικής νίκης του λαού μας, αποτελεί ένα πρώτο και αναγκαίο συμβολικό βήμα για την κατίσχυση του αριστερού πατριωτισμού, συνώνυμου της ισότητας, της ελευθερίας και της κοινωνικής αλληλεγγύης, επί του δεξιού εθνικισμού, υπαίτιου φρικτών εγκλημάτων, ανθρωπιστικών τραγωδιών, εκμετάλλευσης και καταπίεσης  τα τελευταία σχεδόν 80 χρόνια σε εθνικό και διεθνές επίπεδο. Μονάχα έτσι μπορεί να βγει ο λαός μας από το  σημερινό πολιτικό και κοινωνικό αδιέξοδο, τσακίζοντας για ακόμη μια φορά το νεοναζιστικό καρκίνωμα, αλλά και ανατρέποντας την εξουσία των επίσης ακροδεξιών κυβερνώντων και των ταξικών συμφερόντων που υπηρετούν, τα οποία το εξέθρεψαν και το ανέδειξαν. Εν ολίγοις, ο καλύτερος τρόπος για να τιμήσουμε σήμερα τους ήρωες του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ και του ΔΣΕ, είναι να συνεχίσουμε τον αγώνα τους για πραγματική δημοκρατία και κοινωνική απελευθέρωση, από κει που σταμάτησε το 1949.

1 σχόλιο: