Δευτέρα, 27 Μαρτίου 2017

Η απεργία των εργατών στα εργοστάσια της Ελευσίνας το 1929



Εκδήλωση – αφιέρωμα στον Δημήτρη Μιχαήλ, τον εργάτη που δολοφονήθηκε από το κράτος των κεφαλαιοκρατών στη μεγάλη απεργία των εργατών στα εργοστάσια της Ελευσίνας το 1929, πραγματοποιεί η Τομεακή Επιτροπή Θριασίου – Μεγαρίδας της ΚΟ Αττικής του ΚΚΕ, την Τετάρτη 29/3, στις 7 μ.μ., στο Εργατικό Κέντρο Ελευσίνας.

Στην εκδήλωση θα γίνουν προβολή ντοκιμαντέρ με αρχειακό υλικό για την απεργία, ομιλία από τον Μ. Μαΐλη, μέλος τη ΚΕ του ΚΚΕ, και αφιέρωμα στο εργατικό τραγούδι. Στο χώρο θα λειτουργούν, παράλληλα, φωτογραφική έκθεση με αρχειακό υλικό της εποχής και βιβλιοπωλείο της «Σύγχρονης Εποχής».
Σήμερα, ο «Ριζοσπάστης» παρουσιάζει ένα σύντομο χρονικό αυτής της απεργίας (αναλυτικότερο χρονικό είχε δημοσιευτεί στην εφημερίδα στις 23 και 30 Ιούλη 2015).


494618
***
Στις 5/3/1929, οι εργάτες στα εργοστάσια της Ελευσίνας ξεκίνησαν μια απεργία που κράτησε μέχρι τα μέσα του μήνα. Παρότι δεν είχε θετική έκβαση, προσφέρεται για πολύτιμα συμπεράσματα καθώς ξετυλίχθηκε την ίδια περίοδο με τη νικηφόρα απεργία των εργαζομένων στα μεταλλεία του Λαυρίου (1η Φλεβάρη – μέσα Μάρτη 1929).

Τον αγώνα στο Λαύριο στήριξε η Ενωτική ΓΣΕΕ, η οποία συγκροτήθηκε λίγες μέρες μετά το ξεκίνημα της απεργίας. Η Ενωτική ΓΣΕΕ εξέφραζε τις ταξικές δυνάμεις της εποχής και προέκυψε μετά τις αλλεπάλληλες παρεμβάσεις του αστικού κράτους στη ΓΣΕΕ, που τη μετέτρεψαν σε όργανό του.

Στην Ελευσίνα, η απεργία ξέσπασε με τη στήριξη της Ενωτικής ΓΣΕΕ, όμως στη συνέχεια παρενέβη η καθεστωτική ΓΣΕΕ, εκφυλίζοντας τον αγώνα των εργατών με τη στήριξη των εργοδοτών και του κράτους.

Και σε αυτούς τους δύο απεργιακούς αγώνες αποτυπώνεται η αντιπαράθεση των δύο γραμμών στο κίνημα: Της ταξικής σύγκρουσης, από τη μια, και της ταξικής συνεργασίας, από την άλλη.

Η κυβέρνηση Βενιζέλου στέλνει τους χωροφύλακες
Πριν ξεκινήσει η απεργία στην Ελευσίνα, επί μήνες οι εργάτες υπέβαλλαν στην κυβέρνηση Βενιζέλου υπομνήματα, ζητώντας βελτίωση των όρων εργασίας. Ωστόσο, τα αιτήματά τους, όπως γράφει ο «Ριζοσπάστης» στις 18/2/1929, «πετάχθηκαν στον κάλαθο των αχρήστων. Και αντ’ αυτών, 200 χωροφύλακες στάλθηκαν από την κυβέρνηση, οι οποίοι οπλισμένοι σαν αστακοί και με ποδήλατα γυρίζουν την πόλη και τρομοκρατούν τους εργάτες για να υποχωρήσουν και να επιβάλουν την “τάξη” του κράτους…».

Η αστυνομία της Ελευσίνας «κάλεσε το Διοικητικό Συμβούλιο του Σωματείου και του δήλωσε κατηγορηματικά πως αν καλέσει αντιπρόσωπο της Ενωτικής Γενικής Συνομοσπονδίας, θα διαλύσει το σωματείο (…) Κατά δεύτερο λόγο διέταξε τον υπ’ αριθμ. 518 χωροφύλακά της να πυροβολήσει δύο Μαντραναίους εργάτες που μοίραζαν προκηρύξεις του Σωματείου για συνέλευση». Τα παραπάνω δείχνουν την αντίδραση του κράτους στο διαφαινόμενο κίνδυνο οργάνωσης του αγώνα των εργατών σε ταξική κατεύθυνση. Παράλληλα, οι εργοδότες τοιχοκολλούσαν στα εργοστάσια απειλητικές ανακοινώσεις, ενώ απέλυσαν τον πρόεδρο και άλλα μέλη της διοίκησης του Σωματείου.

Το Σωματείο αντέδρασε συγκαλώντας Γενική Συνέλευση στις 18/2, με τους εργάτες να αποφασίζουν την πραγματοποίηση απεργίας. Στο μεταξύ, η Ενωτική ΓΣΕΕ, με παρέμβασή της στον υπουργό Εθνικής Οικονομίας, απαίτησε να σταματήσει η τρομοκρατία των εργατών και να γίνουν δεκτά τα αιτήματά τους.
Ο μοίραρχος Παπαγρηγοράκης κάλεσε τον πρόεδρο, τον αντιπρόεδρο, τον γενικό γραμματέα και άλλους συμβούλους του Σωματείου Εργατοτεχνιτών και τους απείλησε πως «εάν κηρύξουν απεργία, θα τους εξορίσει στην Ανάφη».

Σύμφωνα με τον «Ριζοσπάστη», στα τέλη Φλεβάρη σε σύσκεψη που έγινε μεταξύ των κρατικών δυνάμεων καταστολής και των εργοδοτών για να αντιμετωπίσουν το ενδεχόμενο κήρυξης απεργίας, «οι εργοδότες αξίωσαν τη διάλυση του Σωματείου Εργατοτεχνιτών Ελευσίνας (…) Την επομένη, δηλαδή την παρελθούσα Πέμπτη, ο λιμενάρχης Ελευσίνας δήλωσε στο Διοικητή της Χωροφυλακής ότι σε περίπτωση κήρυξης απεργίας θα ενεργήσει μέσω της “συντηρητικής” Συνομοσπονδίας (σ.σ. εννοεί τη ΓΣΕΕ) να βρει απεργοσπάστες».

Στις 26/2, επιτροπή των εργατών συναντιέται με τον υπουργό Εθνικής Οικονομίας, ο οποίος «δήλωσε ξεκάθαρα στην επιτροπή ότι σε περίπτωση απεργίας το κράτος είναι υποχρεωμένο να υποστηρίξει “την ελευθερία της εργασίας”». Παράλληλα, συνελήφθησαν επτά εργάτες χωρίς καμία απολύτως αφορμή.

Το κλίμα τρομοκρατίας εντείνουν οι περιπολίες ένοπλων χωροφυλάκων μέσα στα εργοστάσια. Ο «Ριζοσπάστης» στις 2/3 αναφέρει πως ο μοίραρχος τοιχοκόλλησε ανακοινωθέν «με το οποίο συνιστά στους εργάτες να μην… παρασύρονται από τους κομμουνιστές και να μην κατεβούν στην απεργία, αν θέλουν το καλό των οικογενειών τους…».

Νεκρός και τραυματίες την πρώτη μέρα της απεργίας
Οι εργάτες, βλέποντας ότι κράτος και εργοδοσία δεν αποδέχονται τα αιτήματά τους και εντείνουν την τρομοκρατία, ξεκίνησαν απεργία στις 5/3. Στα αιτήματα προστέθηκαν η επαναπρόσληψη των απολυμένων για συνδικαλιστικούς λόγους και η κατάργηση του ωρομισθίου.

Τα δύο βασικά θέματα στο πρωτοσέλιδο του «Ριζοσπάστη» στις 6/3 αναφέρονται στην απεργία της Ελευσίνας και στη δολοφονική επίθεση εναντίον των απεργών από την Αστυνομία.

Στο ρεπορτάζ αναφέρεται: «…σήμερα (σ.σ. εννοεί στις 5 Μάρτη) από τις 5 το πρωί, οι απεργιακές φρουρές των εργατών, τοποθετημένες στις θέσεις τους, ειδοποιούν τους εργάτες για την κήρυξη της απεργίας (…) Ετσι κατέβηκαν στην απεργία 2.500 εργάτες πάνω – κάτω ανήκοντες σε έντεκα εργοστάσια (…) Επίσης, με τους απεργούς ενώθηκαν και όλοι οι εργάτες φορτοεκφορτωτές Ελευσίνας, ανερχόμενοι σε 70 περίπου».

Ο επικεφαλής των αστυνομικών δυνάμεων, ανθυπομοίραρχος Κικιρής, «προέβη αυθαίρετα στη σύλληψη τριών μελών της διοικήσεως του Σωματείου…». Στην απαίτηση των απεργών να αφεθούν ελεύθεροι διέταξε τους χωροφύλακες να πυροβολήσουν εναντίον τους.

«Στον τόπο της δολοφονικής ενέδρας πέφτουν ματωμένοι οι εργάτες Δημ. Μιχαήλ με σφαίρα στο στήθος, ο οποίος και μένει άπνους, Ευάγ. Γκίκας με δύο τραύματα όπλου στο στήθος, Ευάγ. Μπέκας με δύο τραύματα διαμπερή στο μηρό, Ανδρ. Ροδίτης με τραύμα στην κεφαλή, Αϊβαζόγλου τραύμα διαμπερές στο βραχίονα, Παναγ. Ηλίας τραύμα δι’ υποκόπανου και ο επαγγελματίας Αντ. Κοροπούλης τραυματίζεται στο χέρι με σφαίρα από τους χωροφύλακες, οι οποίοι πυροβολούν και σκοτώνουν όποιον βρουν. Επίσης τραυματίζεται στο πόδι και μια γυναίκα...».

Στη διάρκεια της επίθεσης, ο ανθυπομοίραρχος πλησίασε τον αιμόφυρτο εργάτη Αν. Πέππα, που ήταν από τη Μάνδρα. Ο «Ριζοσπάστης» αναφέρει ότι ο ανθυπομοίραρχος του είπε: «Ακόμα δεν ψόφησες; Και άρχισε να αδειάζει απάνω του το πιστόλι, ρίχνοντας εναντίον του οκτώ σφαίρες».

Ακολούθησε μαζικό συλλαλητήριο ζητώντας την τιμωρία του ανθυπομοιράρχου, την καταβολή αποζημιώσεων στις οικογένειες των θυμάτων, την αποδοχή των αιτημάτων των απεργών. Την τιμωρία του Κικιρή ζήτησαν και οι κάτοικοι της Μάνδρας.

«Υπάρχει κομμουνιστικός δάκτυλος»
Ο «Ριζοσπάστης» αναφέρει ότι ο Βενιζέλος, απευθυνόμενος σε δημοσιογράφους, δήλωσε: «Υπάρχει κομμουνιστικός δάκτυλος όπως και σχέσεις μεταξύ των γεγονότων του Λαυρίου και της Ελευσίνας και ότι προφανώς υφίσταται κομμουνιστικόν κέντρον εις Αθήνας το οποίο οργανώνει και κατευθύνει τις απεργίες(…) Εάν εξακολουθήσουν οι ανατρεπτικές ενέργειες η κυβέρνηση θα λάβει γενικότερα μέτρα».

Η επίθεση προκάλεσε την άμεση αντίδραση της Ενωτικής ΓΣΕΕ προς την κυβέρνηση, ενώ έβγαλε και ανακοίνωση, καλώντας τους εργάτες να συνεχίσουν τον αγώνα.

Στις 6/3 ο μοίραρχος απαγόρευσε τις συγκεντρώσεις χωρίς ειδική άδεια. Ωστόσο, οι απεργοί έκαναν συγκέντρωση για να οργανώσουν τη συνέχεια του αγώνα τους.

Στις 7/3 ο «Ριζοσπάστης» επισημαίνει: «Η απεργία συνεχίζεται με ακμαίο το ηθικόν. Επί 2.500 περίπου απεργών μόνον οι Μιχ. Λιάσκος, Ι. Πανίδης, Γ. Μίχας και Π. Σαντοριναίος εργάζονται, τα δε ονόματά τους τοιχοκολλήθηκαν». Στο πλάι των απεργών στάθηκαν οι επαγγελματίες της περιοχής.

Συλλήψεις και κλείσιμο του Σωματείου
Στις 8/3 το ρεπορτάζ του «Ριζοσπάστη» ξεκινά με τη φράση: «Η πόλη ολόκληρη κυριολεκτικά στρατοκρατείται». Και συνεχίζει: «Τμήματα ολόκληρα στρατού και χωροφυλακής, από 25 – 50 άνδρες αποτελούμενο το καθένα, περιφέρονται από πολύ πρωί στους δρόμους και προβαίνουν σε αθρόες συλλήψεις εργατών, τους οποίους αποστέλλουν αμέσως σε συνοδεία στην Αθήνα χωρίς να τους ανακοινώνεται η αιτία της σύλληψής τους (…) Επίσης, κλείστηκαν τα γραφεία του Σωματείου και ξεσκίστηκε από τους χωροφύλακες η, σε ένδειξη πένθους για το θάνατο του σ. Μιχαήλ, μαύρη ταινία που υπήρχε στην πόρτα.

Στη 1.30 το πρωί έγιναν έρευνες σε όλα τα σπίτια των συμβούλων του Σωματείου καθώς και των μελών που αποτελούσαν την απεργιακή επιτροπή και τους συνέλαβαν εντελώς αυθαίρετα, οδηγώντας τους στο αστυνομικό τμήμα, όπου κλείνοντάς τους τους σάπισαν κυριολεκτικά στο ξύλο».

Οι συλλήψεις μέχρι εκείνη τη μέρα ξεπέρασαν τις 50, ενώ στάλθηκε επιπλέον δύναμη 500 στρατιωτών. Μετά τη σύλληψη της απεργιακής επιτροπής τη συνέχιση του συντονισμού της απεργίας ανέλαβε η παράνομη αναπληρωματική απεργιακή επιτροπή.

Παρέμβαση των εργοδοτικών συνδικαλιστικών δυνάμεων
Στο μεταξύ, εκδηλώνεται η προσπάθεια των εργοδοτικών συνδικαλιστικών δυνάμεων που πρόσκεινται στη ΓΣΕΕ, κρίνοντας προφανώς ότι το έργο τους διευκολύνεται από τις συλλήψεις των μελών του Σωματείου και της απεργιακής επιτροπής.

Οπως γράφει ο «Ριζοσπάστης», οι εργοδοτικοί «τοιχοκόλλησαν στην πόρτα του Σωματείου μια δήλωση που υπογραφόταν από τους τύπους αυτούς ως προσωρινή διοικούσα επιτροπή και στην οποία τάζανε τα εξής στους απεργούς για να λύσουν την απεργία:

1ον) Εφαρμογή 8ωρου εις τας εργασίας, σε όσες έχει κατοχυρωθεί αυτό.
2ον) Την αποπομπή των ανηλίκων (χωρίς αποζημίωση).

3ον) Προσπάθεια βελτιώσεως όσο το δυνατόν και η με μέτρο αναθεώρηση του ισχύοντος μισθολογίου.

4ον) Την εκκαθάριση προς όφελος του συντηρητικού και τίμιου εργάτου, αποδοκιμασίαν και αποπομπήν παντός κομμουνίζοντος κ.λπ.».
Η τρομοκρατία συνεχίζεται. Συλλαμβάνονταν εργάτες που μιλούσαν υπέρ της απεργίας, εργάτες που δεν δέχονταν να πάνε για δουλειά. Παρ’ όλα αυτά «τα εργοστάσια εξακολουθούν να μη δουλεύουν εκτός 2 – 3 τα οποία με τη βοήθεια 5 – 10 απεργοσπαστών ανάβουν τις φωτιές των για να κλονίσουν το ηθικό των απεργών».

Στις 12/3, ο «Ριζοσπάστης» σημειώνει ότι εργοδότες και κράτος στην προσπάθειά τους να καταπνίξουν την απεργία επιστρατεύουν και τον γγ της ΓΣΕΕ, Στρατή. Ο εργοδοτικός συνδικαλιστής κατάφερε να παρασύρει κάποιους απεργούς και να συγκροτήσει μια επιτροπή η οποία συναντήθηκε με τον υπουργό Εθνικής Οικονομίας και τους εργοδότες. Οι προτάσεις των εργοδοτών ήταν κατώτερες των αιτημάτων τους και οι εργάτες τις αποδοκίμασαν. Η Ενωτική ΓΣΕΕ έβγαλε ανακοίνωση, καλώντας τους εργάτες να διώξουν τον Στρατή και τα όργανά του «και να αναθέσουν τον αγώνα τους σε συνειδητούς, αποφασιστικούς εργάτες και θαρραλέα να τραβήξουν για την νίκη».

Κάτι τέτοιο, ωστόσο, δεν έγινε. Η τρομοκρατία και η αποπροσανατολιστική δράση της ΓΣΕΕ έσπασαν την απεργία στα μέσα Μάρτη με πενιχρά αποτελέσματα για τους εργάτες.

Στις 19/3, ο «Ριζοσπάστης» δημοσίευσε την ανακοίνωση της Ενωτικής ΓΣΕΕ, η οποία εκτιμούσε τον αγώνα που δόθηκε και κατήγγειλε τον επιζήμιο ρόλο της ΓΣΕΕ σε βάρος των εργατών. «Ο Στρατής– ανέφερε η Ενωτική ΓΣΕΕ –αμέσως εγκατέλειψε τα αιτήματα των εργατών και υποχώρησε στις προτάσεις των εργοδοτών, καταβάλλοντας με τα εκεί όργανά του κάθε προσπάθεια για τη διάσπαση και λύση της απεργίας (…) Ετσι, οι εργάτες, προδομένοι, άρχισαν να επανέρχονται στη δουλειά (…) Και η απεργία έσπασε».

Στην ουσία, σημείωνε, δε δόθηκε καμία αύξηση στα μεροκάματα ούτε εφαρμόστηκε το 8ωρο. Ακόμα, όχι μόνο δεν επαναπροσλήφθηκαν οι απολυμένοι, αλλά μετά το λύσιμο της απεργίας απολύθηκαν κι άλλοι που είχαν ενεργό ρόλο στο Σωματείο. Ο υπεύθυνος της δολοφονικής επίθεσης δεν τιμωρήθηκε ούτε αποζημιώθηκαν οι οικογένειες των θυμάτων.

Πηγή : Ριζοσπάστης
 
 The Radical Marxism Project

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου