Πιο συγκεκριμένα, το χρονικό του εγκλήματος στις ράγες της «απελευθέρωσης» με τη βούλα της ΕΕ έχει ως εξής:
Αρχικά προωθήθηκε η Οδηγία 91/440/ΕΟΚ «για την ανάπτυξη των κοινοτικών σιδηροδρόμων», η οποία έφερε τον λογιστικό διαχωρισμό υποδομής και εκμετάλλευσης, στον οποίο «πάτησε» η μετέπειτα πορεία της «απελευθέρωσης» και των ιδιωτικοποιήσεων.
Οπως λεγόταν εκεί, «προκειμένου να καταστούν οι σιδηροδρομικές μεταφορές αποτελεσματικές και ανταγωνιστικές σε σύγκριση με άλλα μέσα μεταφοράς, τα κράτη - μέλη πρέπει να εγγυώνται ότι οι σιδηροδρομικές επιχειρήσεις απολαμβάνουν το καθεστώς ανεξάρτητων φορέων εκμετάλλευσης που λειτουργούν με εμπορικό τρόπο και προσαρμόζονται στις ανάγκες της αγοράς», ενώ στόχος της ήταν «να διευκολύνει την προσαρμογή των κοινοτικών σιδηροδρόμων στις ανάγκες της ενιαίας αγοράς και να αυξήσει την αποτελεσματικότητά τους (...) εξασφαλίζοντας την ανεξαρτησία διαχείρισης των σιδηροδρομικών επιχειρήσεων (...) διαχωρίζοντας τη διαχείριση της σιδηροδρομικής λειτουργίας και υποδομής από την παροχή υπηρεσιών σιδηροδρομικών μεταφορών, με υποχρεωτικό διαχωρισμό λογαριασμών και προαιρετικό οργανωτικό ή θεσμικό διαχωρισμό». «Εσπασε» δηλαδή (αρχικά λογιστικά και στην πορεία και πραγματικά) τον σιδηρόδρομο στο κομμάτι της διαχείρισης του δικτύου που παρέμενε στο κράτος, που αναλάμβανε τη συντήρηση του δικτύου και στο κομμάτι της - κερδοφόρας - χρήσης του από κάθε λογής εταιρείες. Κριτήριο πάντα οι «ανάγκες της αγοράς» και ο «ανταγωνισμός με άλλα μέσα», αντί για τις λαϊκές ανάγκες.
