Παρασκευή, 5 Φεβρουαρίου 2016

“Είναι ο καπιταλισμός, ηλίθιε”

Νίκος Μπογιόπουλος στον eniko



Τελικά η οδός διαφυγής απ’ ό,τι ζούμε περνάει από εκείνο το «είναι η εφαρμογή (των Μνημονίων), ηλίθιε» του Σόιμπλε; Ναι, υπό την προϋπόθεση ότι θα ξεχάσουμε πως ο Σόιμπλε είναι ένας κυνικός εκπρόσωπος των ισχυρών. Άρα οι δικές του απαντήσεις ναι μεν συνιστούν λύση, αλλά για το σινάφι του. Όχι για τους αδύναμους στους οποίους με ιταμότητα απευθύνεται.

    Μήπως από την άλλη η διέξοδος βρίσκεται σε εκείνο το «είναι η κοινωνία, ηλίθιε» του κ.Τσακαλώτου. Προφανώς. Αλλά κι εδώ υπάρχει μια προϋπόθεση: Ότι δεν θα παραβλέψουμε πως υπάρχει ένα είδος πολιτικής (που συνηθίζει να παριστάνει την «αριστερή»), η οποία διαπρέπει στο σπορ «άλλα λέω κι άλλα εννοώ, άλλα προφασίζομαι κι άλλα πράττω». Η πραγματική σχέση αυτής της πολιτικής με την κοινωνία είναι οι «αριστεροί» ΕΝΦΙΑ, τα «αριστερά» χαράτσια, οι «αριστεροί» πλειστηριασμοί  και τα «αριστερά» Μνημόνια που συνεχίζουν να φορτώνονται στις πλάτες της κοινωνίας.

    Αλλού,  επομένως, θα πρέπει να αναζητηθεί η απάντηση – λύση στο πρόβλημα. Όμως για να βρούμε τι είναι σωστό, καλό είναι προηγουμένως να έχουμε προσδιορίσει που βρίσκεται το λάθος. Μια ασφαλής, δε, μέθοδος αναζήτησης λύσεως στα προβλήματα είναι η όσο το δυνατόν σαφέστερη καταγραφή των δεδομένων. Ας δούμε ορισμένα από αυτά:
  
  1) Σε συνθήκες κρίσης το καθεστωτικό πολιτικό σύστημα κινήθηκε και κινείται - εμφανώς πια - με     τρόπο που δικαιώνει δύο διαχρονικές παρατηρήσεις.
  
  Η πρώτη είναι η διαπίστωση του Λουντέμη, που στην ·Οδό αβύσσου, αριθμός μηδέν» γράφει:
   
 «Τα τελευταία τούτα χρόνια στον τόπο αυτό ειπώθηκαν τα χειρότερα  ψέ­ματα της Ιστορίας. Ειπώθηκαν ψέματα που ντράπηκαν και τα ίδια, μια και  δεν ντρέπονταν τα στόματα που τα 'λεγαν. Έγινε πολλή κατάχρηση φτηνού λυρισμού, πολλή σπατάλη άχρηστης φιλοπατρίας...».
   
 Η δεύτερη είναι καταγεγραμμένη στο Ημερολόγιο του Σεφέρη το 1945. Έγραφε:
     
«Η βλακεία, η εγωπάθεια, η μωρία, η γενική αναπηρία της ηγέτιδας τάξης στην Ελλάδα σε φέρνει στην ανάγκη να ξεράσεις […]. Είμαι  βέβαιος πως τούτοι οι ελεεινοί δεν αντιπροσωπεύουν τη ζωντανή Ελλάδα».


    2) Μιλώντας για την κρίση, την οικονομική κρίση, ανεξαρτήτως πως εκδηλώνεται, σαν κρίση             χρέους ή σαν κρίση του χρηματοπιστωτικού συστήματος, η ουσία της είναι ότι πρόκειται για             κρίση των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής.

   Στο πεδίο της οικονομίας έχουμε κρίση υπερπαραγωγής και υπερσυσσώρευσης κεφαλαίων.

   Στο πεδίο της πολιτικής, μια τέτοια συστημική κρίση δεν μπορεί παρά να αντανακλάται ως κρίση υπερσυσσώρευσης ψεύδους, υπερσυγκέντρωσης πολιτικής εξαπάτησης και πρόκλησης πολιτικών ρηγματώσεων στους αρμούς ενός χρεοκοπημένου πολίτικου συστήματος που αναζητά τρόπους ανασύνθεσής του.
  
 3) Τι σημαίνει κρίση υπερσυσσώρευσης;
    
Ένα παράδειγμα: Κατά την έναρξη εκδήλωσης της κρίσης 737 πολυεθνικές και μονοπώλια ήλεγχαν το 80% του παγκόσμιου πλούτου. Από αυτές τις 737 πολυεθνικές, οι 147 κατείχαν το 40% του παγκόσμιου πλούτου.
   
 Ένα δεύτερο παράδειγμα: Το 2008 οι θυγατρικές των πολυεθνικών εταιρειών κατείχαν κεφάλαια που ξεπερνούσαν το 125% της παγκό­σμιας οικονομίας.
  
  Επομένως: Όταν το κεφάλαιο έχει υπερσυσσωρευτεί σε τέτοιο βαθμό, που ξεπερνά ακόμα και τα όρια της Γης, τότε δεν υπάρχει πια κενό ση­μείο σε αυτό τον πλανήτη για να επενδυθεί και να επιτελέσει την απο­στολή του, δηλαδή να αποφέρει νέα κέρδη.

    Για να το πούμε όσο πιο απλά γίνεται (αν γίνεται) ο καπιταλισμός τείνει να αναπτύξει -και το καταφέρνει- περισσότερες παραγωγικές δυνάμεις απ’ όσες αντέχει, από όσες χωρούν σε ένα τόσο στενό από άποψη παραγωγικών σχέσεων σύστημα.

    Η ταξική στενότητα του καπιταλισμού εκδηλώνεται με τον εξής άφατο ανορθολογισμό: Όπως διαπιστώθηκε στην τελευταία συνεύρεση του Νταβός διανύουμε την τέταρτη βιομηχανική και τεχνολογική επανάσταση. Όμως το γεγονός αυτό, αντί να επιφέρει καλύτερους όρους ζωής για την ανθρωπότητα (λιγότερο χρόνο εργασίας, περισσότερες δουλειές κλπ), θα έχει ως αποτέλεσμα μέχρι το 2020 να χαθούν 7 εκατομμύρια θέσεις εργασίας! 

   4)  Ένα σύστημα όπου εκατομμύ­ρια δουλεύουν, αλλά ένας μόνο κερδίζει, ο καπιταλιστής, το             μονοπώλιο, η πολυεθνική, δεν μπορεί παρά να παράγει αβυσσαλέες κοινωνικές ανισότητες ως         αποτέλεσμα του κοινωνικού δαρβινισμού.

    Σήμερα η εικόνα που επικρατεί στον κόσμο είναι η εξής:
  • Στον πλανήτη (έκθεση «Oxfam») υπάρχουν 62 άνθρωποι που κατέχουν τόσο πλούτο όσος ο πλούτος που κατέχει ο μισός πληθυσμός της Γης - περίπου 3,5 δισεκατομμύρια άνθρωποι.Οι 62 αυτοί αναξιοπαθούντες έχουν δει τα πλούτη τους από το 2010 και μετά να αυξάνονται κατά 44% όταν ο πλούτος των φτωχότερων 3,5 δισεκατομμυρίων ανθρώπων μειώθηκε κατά 41%.
  • Tο 2015 (ετήσια Έκθεση Διεθνούς Πλούτου (Global Wealth Reports) του Ινστιτούτου Έρευνας της ελβετικής τράπεζας «Credit Suisse»)  περίπου ο μισός πλούτος της υφηλίου (το 45,2%) ανήκε στους δισεκατομμυριούχους, οι οποίοι αποτελούν το 0,7% του παγκόσμιου πληθυσμού, στη δεύτερη θέση βρίσκονται τα εύπορα κοινωνικά στρώματα που αποτελούν το 7,3% του πληθυσμού και κατέχουν περίπου 40% του πλούτου ενώ οι υπόλοιποι κάτοικοι της υφηλίου, το 92%, κατέχουν μόνο το 15,4% του πλούτου, και η πλειοψηφία από αυτούς, το 71%, κατέχει μόλις 3% του παγκόσμιου πλούτου.

   Διαθέτουμε ως κοινωνίες, λοιπόν, όλο και περισσότερα μέσα πα­ραγωγής, ασύλληπτες παραγωγικές δυνατότητες, όλο και περισσότερα προϊόντα, αλλά ταυτόχρονα έχουμε όλο και μεγαλύτερη προλεταριοποί­ηση των κοινωνικών στρωμάτων, δηλαδή έχουμε μια κοινωνία που τα έχει όλα, αλλά την ίδια ώρα αυτή η κοινωνία που έχει απ’ όλα δεν τα έχει για όλους.
    
Για την ακρίβεια, στην κοινωνία που έχει απ’ όλα, η συν­τριπτική πλειονότητα των ανθρώπων έχει από ελάχιστα έως τίποτα.
  
 Θα διατυπωθεί ο ισχυρισμός πως τα παραπάνω συνιστούν μια τυ­πική μαρξιστική προσέγγιση. Ευπρόσδεκτη η «κατηγορία» αφού κατά τη γνώμη μας ακόμα κι αν δεν θέλει κανείς να είναι μαρ­ξιστής, την εποχή του Σόιμπλε και της Μέρκελ δεν έχει και πολλές εναλλακτικές επιλογές.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ ΠΡΩΤΟ: Αν από τον προηγούμενο, το μαρξισμό της πολιτικής οικονομίας, περάσουμε στην επόμενη σελίδα του ενιαίου και αδιαίρετου μαρξισμού, στο μαρξισμό της ταξικής πάλης, τότε εκείνο που προκύπτει αβίαστα ως ανάγκη είναι η διαφορετική οργάνωση της κοινωνίας, άρα η οργά­νωση ενός διαφορετικού τρόπου παραγωγής και διανομής του παραγόμενου προϊόντος.

   Τέτοια και μόνο τέτοια είναι η ιστορική απάντηση που αντικειμενικά προβάλλει στην κρίση που ζούμε.
  
  ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ ΔΕΥΤΕΡΟ: Φυσικά, παντού στον κόσμο, αυτή την ιστορική απάντηση ο καπιταλισμός προσπαθεί να την εμπο­δίσει να γίνει κτήμα των μαζών, δηλαδή συνείδηση και ιστορικοπολιτική δράση.  
    Αλλά ας σταθούμε στην Ελλάδα:

Πολιτικό σύστημα

    Για την παρεμπόδιση αυτή, το καθεστωτικό πολιτικό σύστημα εκ­δηλώνει στο έπακρο διάφορες αξιοθαύμαστες πλευρές λειτουργίας του, όπως εκβιασμούς, απειλές, τρομοκρατική προπαγάνδα, εξαπάτηση, υποκρισία.

   Το καθεστωτικό πολιτικό σύστημα όταν απευθύνεται στο λαό δεν σταματά να ενεργεί με άξονα τον κανόνα «άλλα λέω, άλλα πιστεύω, άλλα εννοώ και άλλα πράττω».
  
  Μια από τις συμπαθητικότερες πρακτικές του είναι το λεξικό με τους ευφημισμούς και την αποκολοκύνθωση των εννοιών.
   
 Για παράδειγμα: Ο καπιταλισμός δεν είναι καπιταλισμός. Είναι η «οικονομία της ελεύ­θερης αγοράς»... Ο ιμπεριαλισμός δεν είναι ιμπεριαλισμός. Είναι «παγκοσμιοποίηση»... Οι βομβαρδισμοί λαών δεν είναι βομβαρδισμοί. Είναι «προληπτική δράση»... Οι δολοφονίες αμάχων δεν είναι δολοφονίες. Είναι «παράπλευρες απώλειες»... Η απόλυση και η ανεργία δεν είναι απόλυση ούτε ανεργία. Είναι «εργασιακή εφεδρεία»... Η τραπεζοκρατία δεν είναι τραπεζοκρατία είναι «ανακεφαλαιοποίηση»… Η μισο-ανεργία δεν είναι μισο-ανεργία. Είναι «απασχολησιμότητα»... Οι μίζες δεν είναι μίζες. Είναι «χορηγίες»... Το ξεπούλημα του δημόσιου πλούτου δεν είναι ξεπούλημα. Είναι «αξιοποίηση»... Το Μνημόνιο δεν είναι Μνημόνιο είναι «έντιμος συμβιβασμός» κοκ…
  
 Αυτό το «λεξικό» του καθεστώτος της κεφαλαιοκρατικής εκμετάλ­λευσης και της πολυποίκιλης πολιτικής του εκπροσώπησης είναι διαδεδομένο και στα τέσσερα σημεία του πλανήτη. Ειδικά στην Ελλάδα, όμως, μπορούμε να είμαστε περήφανοι διότι το λεξικό αυτό γνωρίζει μεγάλη ανθεκτικότητα παρότι έχει να αναμετρηθεί με έννοιες όπως «τσίπα», «φιλότιμο» και «αξιοπρέπεια»...
    
Το εγχώριο πολιτικό σύστημα με τη γνωστή του χυδαιότητα ισχυ­ρίστηκε πως «όλοι μαζί τα φάγαμε» ή, πιο εκλεπτυσμένα, πως «είμαστε όλοι συνένοχοι και συνυπεύθυνοι». Στη συνέχεια έταξε «επαναδιαπραγμάτευση» για να καταλήξει στο «ουδείς αναμάρτητος». Και πλέον κινείται στον αστερισμό του «σεβασμού του λαού» δια της μετατροπής του «όχι» σε «ναι».
    
Ούτε μαζί τα φάγαμε, όμως, ούτε μαζί προδώσαμε τις λαϊκές ελπίδες, ούτε μαζί αποφασίσαμε όσα έγιναν κι όσα θα γίνουν. Το κυριότερο είναι ότι δεν πληρώνουμε όλοι το λογαριασμό και δεν πληρώνουμε -όσοι πληρώνουμε- τα ίδια.
   
Απόδειξη: Στην Ελλάδα της κρίσης, τα χρόνια της κρίσης, το πλουσιότερο 10% του πληθυσμού αυξάνει το ποσοστό του εθνικού πλούτου που κατέχει, το οποίο έχει ανέλθει σήμερα στο 56,1% του ΑΕΠ από 48,6% το 2007.   

«Όλοι ίδιοι είναι»;
  
   Μια κρίση σαν τη σημερινή, μια κρίση που αφορά τις σχέσεις παρα­γωγής, δεν μπορεί να αφήνει ανέγγιχτες τις πολιτικές που διαμορφώνουν την οικονομία και με τη σειρά τους διαμορφώνονται από τους νόμους που διέπουν την οικονομική - παραγωγική βάση του συστήματος.
   
 Τι εννοούμε, όμως, όταν μιλάμε για πολιτικό σύστημα;
   
 Πολιτική - σήμερα και πάντα- είναι ο τρόπος με τον οποίο εκφρά­ζονται και προωθούνται τα συμφέροντα και οι επιδιώξεις τάξεων και κοινωνικών στρωμάτων στο πλαίσιο μιας κοινωνίας.
  
  Μ’ αυτή την έννοια, όταν μιλάμε για πολιτική δεν μιλάμε για κάτι ενιαίο και αδιαίρετο, αλλά αντίθετα για πολλές και αντιτιθέμενες πολι­τικές στο πλαίσιο της κοινωνίας. Άλλωστε το πολιτικό σύστημα επίσης δεν είναι κάτι ενιαίο και αδιαίρετο. Είναι πολύμορφο και από τη σκοπιά των συμφερόντων και από τη σκοπιά της πολιτικής εκδήλωσης και εκ­προσώπησης αυτών των συμφερόντων.
   
 Επίσης, το πολιτικό σύστημα δεν περιλαμβάνει μόνο τους άμε­σους φορείς άσκησης πολιτικής (τα κόμματα), αλλά και τους έμμε­σους, δηλαδή τα συνδικάτα, τις κοινωνικές οργανώσεις και βεβαίως τον Τύπο, που είναι η έκφραση στο επίπεδο της ιδεολογίας και της πολιτικής τόσο των ταξικών συμφερόντων που υπάρχουν μέσα στην κοινωνία όσο και ο επικριτής ή εκλαϊκευτής του πολιτικού λόγου.
    
Αν βγαίνει ένα συμπέρασμα από αυτή την πολυεπίπεδη πραγματι­κότητα είναι πως για την κρίση δεν φταίει όλο το πολιτικό σύστημα, παρά το βολικό «τσουβάλιασμα» που επιχειρείται. Κι αν για χάρη της συζήτησης δεχόμασταν πως φταίνε όλοι, δεν φταίνε όλοι το ίδιο και δεν φταίνε για τους ίδιους λόγους.
  
  Για παράδειγμα, ένα κόμμα που αγωνίζεται για την ανατροπή του καπιταλισμού δεν μπορεί να φταίει για την κρίση του καπιταλισμού.

    ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ ΤΡΙΤΟ: Υπόλογες, συνεπώς, για την κρίση δεν είναι παρά εκείνες οι δυνάμεις που είχαν την ευθύνη διαχείρισης των υποθέσεων της κοινωνίας και που με τις επιλογές τους την έφτασαν στη σημερινή κατάσταση, ανε­ξαρτήτως αν μπορούσαν ή δεν μπορούσαν να έχουν άλλες επιλογές.
Τι χρεοκόπησε;
    
Η συνήθης λέξη που χρησιμοποιείται για να προσδιορίσει τη φάση που διανύει το αστικό πολιτικό σύστημα είναι ότι αυτό χρεοκόπησε. Τι, όμως, τελικά χρεοκόπησε;
    
Το μεταπολιτευτικό καθεστωτικό πολιτικό σύστημα όπως το γνωρίσαμε εμφανίζει ορισμένα βασικά χαρακτηριστικά, μια εκπληκτική ταύ­τιση στις στρατηγικές επιλογές της αστικής τάξης και των κομμάτων της:
   
Ευρωατλαντικός προσανατολισμός και οικονομία της αγοράς στο πλαίσιο της λεγόμενης παγκοσμιοποίησης είναι οι βασικές συνισταμένες πάνω στις οποίες ξεδιπλώνεται μια πολιτική κοινή γι’ αυτές τις δυνά­μεις, όσες παραλλαγές κι αν εντοπίσουμε.
    
Από το «ανήκομεν εις την Δύσην» του Καραμανλή μέχρι το «η θέση της Ελλάδας στο ΝΑΤΟ και την ΕΕ δεν αμφισβητείται» του Τσίπρα, η πορεία είναι αδιατάρακτη.   Ας δούμε αυτή την πολιτική πιο πρακτικά και σε συνδυασμό με την οικονομική κρίση.
  
  Α) Ο ευρωατλανπκός προσανατολισμός έχει δύο άξονες. Ο πρώτος αφορά το αδιατάραχτο των δεσμών της χώρας με το ΝΑΤΟ και τις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής. Ο δεύτερος αναφέρεται στην ένταξη στην ΕΟΚ, την Ευρωπαϊκή Ένωση και στη συνέχεια την ευρωζώνη. Ο μεν ατλαντικός προσανατολισμός εξουθένωσε τη χώρα οικονομικά μέσω των στρατιωτικών δαπανών, με την παραμονή των αμερικανικών βάσεων και τη συμμετοχή της χώρας στις αμερικανονατοϊκές επεμβά­σεις, τη δε σημερινή οικονομική φυσιογνωμία της Ελλάδας την δια­μόρφωσε η συμμετοχή στη λεγάμενη ενωμένη Ευρώπη.
   
 Β) Η οικονομία της αγοράς και η παγκοσμιοποίηση στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της ευρωζώνης οδήγησαν μια μικρή οι­κονομία σαν την ελληνική στον πραγματικό λάκκο των λεόντων. Το γε­γονός ότι η Ελλάδα βρέθηκε να είναι ο αδύναμος κρίκος της ευρωζώνης τι άλλο μπορεί να αποδεικνύει;
   
 Χωρίς αμφιβολία, η ελληνική κρίση δεν δείχνει μόνο τα όρια του ελληνικού καπιταλισμού στο πλαίσιο ενός παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος που ταλανίζεται. Δείχνει και την πλήρη κατάρρευση της στρατηγικής της ευρωατλαντικής επιλογής της ελληνικής αστικής τάξης, την οποία το αστικό πολιτικό σύστημα υπηρέτησε με χαρακτηριστική προσήλωση και ευλάβεια.

   Αυτό που είναι σήμερα η Ελλάδα και η οι­κονομία της - με όσες στρεβλώσεις κι αν βρει κανένας- αποτελεί προϊόν της προσαρμογής της μετά τη Μεταπολίτευση στη λεγάμενη «Ενωμένη Ευρώπη». Παραμένοντας σε αυτό το πλαίσιο, η χώρα δεν ενισχύεται από τους εταίρους της για να ξεπεράσει την κρίση της, αλλά μετατρέπεται σε εργαλείο για να ξεπεράσουν οι εταίροι τη δική τους κρίση.

   Δηλαδή ο Έλληνας εργαζόμενος καλείται να πληρώσει διπλά: όχι μόνο το κόστος της ελληνικής κρίσης, αλλά και ένα μέρος του κόστους της κρίσης των ευρωπαϊκών ιμπεριαλιστικών χωρών.

Η σαπίλα ως σύμπτωμα της χρεοκοπίας
   
 Όλα αυτά τα χρόνια ζήσαμε την υπονόμευση του συλλογικού μέσα από τη θρησκεία του άφατου ατομισμού, που στην οικονομία λατρεύει τον «ιδιώτη» και στην πολιτική διακηρύττει το θατσερικό δόγμα «η κοι­νωνία δεν είναι τίποτα, το άτομο είναι το παν».
   
 Συμβιώσαμε με την παραχάραξη της έννοιας «αλληλεγγύη» σε φα­ρισαϊκή «φιλανθρωπία», με την προσπάθεια γελοιοποίησης ή και αν­τιποίησης του «ο ένας για όλους και όλοι για έναν», τακτική που στρώνει το έδαφος στη λογική «ο καθένας για την πάρτη του» και «ο σώζων εαυτόν σωθήτω».
  
  Είχαμε σε αστείρευτες δόσεις την κρατική επιχορήγηση του «κοινω­νικού αυτοματισμού» που αναγορεύει το φραγγέλιο σε λύση και που διαποτίζει την κοινωνία με εκείνο το ιδεολογικό κατακάθι που ανάγει το λιντσάρισμα σε απενοχοποιημένη «πολιτική δράση».
  
  Είχαμε τη διαρκή ελεεινολόγηση του «άλλου» και του «διαφορετι­κού», που εκείνοι που τον έφεραν εδώ, που τον εκμεταλλεύτηκαν, που τον θέλουν για δούλο τους, που τον έκλεισαν με φράκτες και σε στρα­τόπεδα για να «επανακαταλάβουμε τις πόλεις μας» και που τώρα χύνουν κροκοδείλια δάκρυα για τον πνιγμό του στο Αιγαίο.

   Ζήσαμε τον κατακερματισμό και την προώθηση της αντιπαλότητας μεταξύ των θυμάτων της κοινωνίας, το διαχωρισμό τους σε ανατιθέμε­νες μερίδες που διαποτίζονται από την αρχή «χάνεις εσύ - κερδίζω εγώ», «αφανίζεσαι εσύ - υπάρχω εγώ», «πεθαίνεις εσύ - ζω εγώ».
   
 Ζήσαμε τη διαστρέβλωση, το ψέμα, την ιστορική αφασία και τον γκεμπελισμό ως μόνιμες μεθόδους άσκησης και επιβολής πολιτικής.
    
Πορευτήκαμε με την ενοχοποίηση του μαζικού, του κοινωνικού, του ταξικού, του πολιτικού αγώνα για να φτάσουμε πια να ζούμε και την ιταμή διασύνδεσή του με τα «τάγματα εφόδου» των λούμπεν της ακροδεξιάς τρομοκρατίας.

   Με δυο λόγια και χωρίς περιστροφές:

   Η φασιστική-νεοναζιστική συμμορία που υποδύεται το πολιτικό κόμμα είναι το δημιούργημα της σαπίλας, είναι σάρκα μέσα από τη σάρκα ενός πολιτικού και οικονομικού καθεστώτος που για την αυτοπροστασία των δομών του και για την αναπαραγωγή του μετατρέπει την ίδια τη βρομιά του σε κοπριά με την οποία καλλιεργεί στα κεφαλαιοκρατικά θερμοκήπια τους Φρανκενστάιν, δηλαδή τους εντεταλμένους να υπηρετούν τη σαπίλα που τους δημιούργησε.
  
  ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ ΤΕΤΑΡΤΟ: Η αναβίωση του φασισμού (ένας που γνώρισε καλά τον φασισμό, ο Μπρεχτ, τον περιέγραψε ως τον πιο ωμό, τον πιο καταπιεστικό, τον πιο θρασύ και δόλιο καπιταλισμό) καθρεφτίζει ακριβώς το σάπισμα του χρεοκοπημένου αστι­κού πολιτικού συστήματος.

Δυο δρόμοι
   
 Από την οικονομική κρίση όπως προσδιορίστηκε, δηλαδή ως κρίση των ίδιων των σχέσεων παραγωγής και μ’ αυτή την έννοια ως κρίση όλων των πολιτικών διαχείρισης των παραγωγικών σχέσεων, υπάρχει διέξοδος; Βεβαίως υπάρχει.
  
  Η κρίση αντιμετωπίζεται με δυο (ασύμβατους και ασύμπτωτους μεταξύ τους) τρόπους.

   Πρώτος: Ή η κρίση θα ξεπεραστεί με ανατροπή της υφιστάμενης κατάστασης και με μια άλλη οργάνωση των παραγωγικών σχέσεων, που θα ξεπερνά τις σημερινές και θα οργανώνει σε άλλη βάση την κοινωνία (αυτό στην Ελλάδα -και όχι μόνο- σημαίνει άρνηση πληρωμής του χρέους, αποδέσμευση από την Ε.Ε. και κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής).
  
  Δεύτερος: Ή η κρίση θα ξεπεραστεί – όπως επιχειρείται από τους «από πάνω» - με μια αναδιοργάνωση των σημε­ρινών καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής, που όμως συνεπάγεται μια ανυπολόγιστη καταστροφή κεφαλαίου, σταθερού και μεταβλητού, δηλαδή μέσων παραγωγής και εργαζομένων.
   
 Αν ολοκληρωθεί ο δεύτερος τρόπος – και εδώ ο ρόλος του ΣΥΡΙΖΑ είναι καταλυτικός -  θα σημάνει διαμόρφωση ενός νέου σημείου ισορροπίας, πάνω στο οποίο θα οικοδομηθεί ένα κράτος ίδιο με το προηγούμενο αλλά όχι όμοιο όσον αφορά το σύστημα διαχείρισης. Ένα κράτος με ένα «διαφορετικό» πολιτικό σύστημα, δηλαδή με διαφορετικές ταμπέλες πάνω στους μέχρι τώρα φορείς της αστικής διαχείρισης. Οι αλ­λαγές δεν θα αφήσουν ανέγγιχτη τη σημερινή αστική τάξη πράγμα που θα αποτυπωθεί και στις νέες ισορροπίες όσον αφορά την πο­λιτική της εκπροσώπηση.
   
 Είναι αυτό που έλεγε στη γνωστή ταινία ο Γατόπαρδος: «Πρέπει να αλλάξουν όλα, για να μείνουν όλα ίδια».
   
 Όλη η πολιτική των μνημονίων και των δανειακών συμβάσεων εκεί ακριβώς κατατείνει, και μάλιστα με απόλυτα βίαιο τρόπο.
  
  ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ ΠΕΜΠΤΟ:  Η σημερινή κρίση είναι κρίση των σχέσεων παραγω­γής και ως τέτοια αγκαλιάζει όχι μόνο την οικονομική βάση της κοινω­νίας αλλά και το εποικοδόμημά της, το πολιτικό της σύστημα, τους θε­σμούς, την ιδεολογία, τις αξίες της. Το αδιέξοδο αυτής της κατάστασης είναι εμφανές, αφού η κρίση επιχειρείται να ξεπεραστεί με τους όρους που την γέννησαν, με τα ίδια οικονομικά και πολιτικά εργαλεία.
  
  Κάποιοι θα ισχυριστούν ότι η εν λόγω προσέγγιση είναι μονομερής, αφού δεν βλέπει πως από την κρίση πλήττεται και η άρχουσα τάξη της χώρας, ότι οι παρεμβάσεις των «εταίρων» έχουν δυσμενείς επιπτώσεις και γι’ αυτήν, άρα εδώ το πρόβλημα δεν είναι ταξικό, είναι «εθνικό»…   

   Προφανώς η άρχουσα τάξη της Ελλάδας υφίσταται συνέπειες. Μόνο που: α) Τα περισσότερα βάρη από αυτές τις συνέπειες η ίδια τα μετακυλύει στα λαϊκά στρώματα, β) τα βάρη που απομένουν να πληρώσει η ίδια είναι το τίμημα που καλείται να καταβάλει στο πλαίσιο των σχέσεων ανισομετρίας που επικρατούν εντός των συμμαχιών της.

   Είναι η αντανάκλαση της ίδιας της στρατηγικής της, που για να διασφαλίσει τα δικά της συμφέροντα, για να έχει την διεθνή στήριξη για την παραμονή της στην εξουσία, προσφέρει ως εγγύηση στους «εταίρους» την υποδούλωση του λαού και του τόπου καταβάλλοντας και το όποιο δικό της μετρικό πάντα σε συμμαχία, πάντα σε σύμπραξη με τους «συμμάχους». Και πάντα, φυσικά, στο πλαίσιο των σχέσεων εξάρτησης και αλληλεξάρτησης μεταξύ τμημάτων του διεθνούς κεφαλαίου που δεν έχει πατρίδα και που λειτουργεί πάντα με βάση τον κανόνα του ισχυρού.     

  Το κυρίαρχο σύστημα, λοιπόν, επιδιώκει να υπερπηδήσει την κρίση του με ό,τι ανυπολόγιστες συνέπειες σημαίνει αυτό για τα λαϊκά στρώματα. Αν τα καταφέρει, αν δηλαδή η ταξική πάλη σε οικονομικό, ιδεολογικό και πολιτικό επίπεδο δεν επιφέρει τις ριζικές κοινωνικές ανατροπές που απαιτούνται, η σημερινή εκμεταλλευτική φύση του συστήματος θα διατηρηθεί, το σύστημα θα ανασυγκροτηθεί και σε κοινωνικό και σε πολιτικό επίπεδο και μάλιστα σε ακόμα πιο αντιδραστική κατεύθυνση.

   Στον αντίποδα: Ο ελληνικός λαός αξίζει να πεισθεί ότι η Ελλάδα δεν είναι μια «μικρή» χώρα που «δεν μπορεί» να αντιταχθεί – εφ’ όλης της ύλης – στους ισχυρούς. Αξίζει να πεισθεί ότι αυτός ο δύσκολος δρόμος είναι απείρως ευκολότερος από τον αδιάβατο δρόμο της διαρκούς αποδοχής των μικρότερων ή μεγαλύτερων εκβιασμών. Αξίζει να ακολουθήσει τη δική του σημαία. Να μην συμβιβαστεί με το «ολίγον έγκυος» ή με μια «θηλιά» που οι «Σόιμπλε» θα τη σφίγγουν ή θα την χαλαρώνουν κατά το δοκούν.

   Παρά τις θεωρίες περί «τέλους της Ιστορίας» το παιχνίδι παίζεται ακόμα. Τι, όμως, θα προκύψει, τελικά; «Πας μετά Χριστόν προφήτης γάιδαρος εστί», λέγανε οι παλιοί. Στην παρούσα φάση ένα είναι σίγουρο: Οι όροι με τους οποίους επιχειρείται να ξεπεραστεί η κρίση -όχι μόνο στη χώρα μας- αναπαράγουν καθημερινά το φαύλο κύκλο της. Δημιουργούν τις προϋποθέσεις για την επόμενη φάση της, για το επόμενο κρισιακό παλιρροϊκό κύμα, που συνεπάγεται νέες θυσίες, νέα κοινωνικά νεκροταφεία, νέες εκτενέστερες στέπες ανθρωπιστικής καταστροφής.

  ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ ΠΕΜΠΤΟ (και βασικό): Φιλολαϊκή λύση και οριστική έξοδος από την καπιταλιστική κρίση µέσα στα όρια του καθεστώτος που γεννά τις κρίσεις και την βαρβαρότητα, μέσα στα όρια του καπιταλισµού, μέσα στα όρια των «θεσμών» του, δεν υπήρξε ούτε πρόκειται να υπάρξει ποτέ.

Τούτος ο φαύλος κύκλος δεν θα σπάσει αν δεν χτυπηθεί η αιτία του στην πηγή της. Και η αιτία είναι προφανής. Ο πιο ευγενικός τρόπος να την περιγράψει κανείς απευθυνόμενος στους κάθε λογής «σωτήρες» είναι, δε, ο εξής: «Είναι ο καπιταλισμός, ηλίθιε»!  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου