Πέμπτη, 31 Μαρτίου 2016

Αλληλεγγύη στους κολασμένους της Γης, ενάντια στον πόλεμο, τον ιμπεριαλισμό και την εξουσία του κεφαλαίου

Γράφει ο Περικλής Παυλίδης* // Στο Ατέχνως

Η πρόσφατη κορύφωση του προσφυγικού δράματος αποκάλυψε με σαφέστατο τρόπο ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση  μετατρέπεται σε φρούριο. Στις χιλιάδες των προσφύγων που χτυπούν την πόρτα της απάντησε  με κλείσιμο των συνόρων και νατοϊκή φρούρηση του Αιγαίου, επιδεικνύοντας  κυνική αδιαφορία για την  τεράστια ανθρωπιστική καταστροφή που συντελείται στη Συρία, για τις  χιλιάδες των ξεριζωμένων ανθρώπων που βρίσκονται εγκλωβισμένοι σε καταυλισμούς και στρατόπεδα, εγκαταλελειμμένοι στη μοίρα τους.

Εργο του κορυφαίου Ισπανού επαναστάτη ζωγράφου Helios Gomez με θέμα τους πρόσφυγες της Δημοκρατικής Ισπανίας.
Εργο του κορυφαίου Ισπανού επαναστάτη ζωγράφου Helios Gomez με θέμα τους πρόσφυγες της Δημοκρατικής Ισπανίας.

Την ίδια στιγμή  σε όλη της Ευρώπη οι δυνάμεις του εθνικισμού/φασισμού  εξαπλώνονται επικίνδυνα σπέρνοντας  το ρατσισμό και την ξενοφοβία, ενώ το ζοφερό τοπίο συμπληρώνουν  οι βομβιστικές επιθέσεις στις Βρυξέλλες, οι οποίες (σε συνέχεια αυτών στο Παρίσι) καλλιεργούν το φόβο και την ανασφάλεια, διευκολύνοντας τη δημιουργία καθεστώτος μόνιμης έκτακτης ανάγκης.

Είμαστε σε πόλεμο δηλώνουν  πολιτικοί και δημοσιογράφοι. Κάποιοι μάλιστα κάνουν λόγο για πόλεμο πολιτισμών μεταξύ χριστιανικής Δύσης και αραβο-μουσουλμανικής Ανατολής, ιδέα που είναι προσφιλής  στην ευρωπαϊκή ακροδεξιά.

Ο πόλεμος βεβαίως είναι υπαρκτός. Δεν πρόκειται όμως για πόλεμο πολιτισμών. 
Οι πολεμικές συγκρούσεις των οποίων γινόμαστε  μάρτυρες εδώ και δυόμισι δεκαετίες συνδέονται με το γεγονός ότι η κεφαλαιοκρατική  Δύση, έχοντας απαλλαγεί από την απειλή  του αντίπαλου σοσιαλιστικού στρατοπέδου, συσπειρωμένη στις ευρω-ατλαντικές δομές του ΝΑΤΟ και της ΕΕ, επιδίδεται σε αυτό που κατ’ ουσίαν έκανε πάντα σε όλη τη μέχρι τώρα ιστορία της, σε ιμπεριαλιστική επέκταση των θέσεών της στον πλανήτη,  βομβαρδίζοντας λαούς, εισβάλλοντας σε χώρες, ανατρέποντας καθεστώτα, αλλάζοντας σύνορα κρατών,  ευρισκόμενη συνάμα σήμερα σε κλιμακούμενη αντιπαράθεση με νέες αναδυόμενες περιφερειακές δυνάμεις, οι οποίες τείνουν να απειλήσουν την παγκόσμια ηγεμονία της.


Είναι αυτή η αιματηρή διαδρομή του ευρωατλαντικού ιμπεριαλισμού η οποία βρίσκεται πίσω από την τραγωδία της Συρίας, όπως και  από την τραγωδία της Γιουγκοσλαβίας, του Ιράκ, του Αφγανιστάν, της Λιβύης κλπ.

Φυσικά η εκδήλωση της οργής των πληβείων του ισλαμικού κόσμου απέναντι στις μεγάλες αδικίες που έχουν υποστεί με τη μορφή κινημάτων θρησκευτικού φανατισμού και πράξεων τυφλής βίας αποτελεί τραγικά αδιέξοδη για τους ίδιους επιλογή, δεδομένου ότι τους απομακρύνει από τους στόχους της πραγματικής κοινωνικής χειραφέτησης, ενώ καθιστά αδύνατη τη συσπείρωση με άλλους λαούς ενάντια στον κοινό εχθρό.

Δέον να σημειώσουμε εμφατικά ότι ο εγκλωβισμός των λαών, των εργαζομένων και φτωχών της  Ευρώπης και της αραβο-μουσουλμανικής Ανατολής στα ιδεολογήματα του «πολέμου των πολιτισμών» και η ανάπτυξη εχθρότητας μεταξύ τους βάσει θρησκευτικών και πολιτισμικών διαφορών είναι εξέλιξη καταστροφική για όλους,  υπηρετεί τις δυνάμεις της κοινωνικής αντίδρασης και αντεπανάστασης, λειτουργεί με τον ένα ή τον άλλο τρόπο υπέρ των συμφερόντων των κυρίαρχων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων.

Ας μη ξεχνάμε και ότι τις εγκληματικές συμμορίες του φονταμενταλιστικού Ισλάμ που τις βλέπουμε να δραστηριοποιούνται σε μεγάλες περιοχές της Ασίας και της Αφρικής τις  εξέθρεψαν οι ΗΠΑ με τους συμμάχους τους για να πολεμήσουν το σοβιετικό  στρατό στο Αφγανιστάν, ενώ στην περίπτωση της Συρίας τις εξοπλίζουν και υποστηρίζουν χώρες όπως η Σαουδική Αραβία και η Τουρκία, στυλοβάτες του δυτικού ιμπεριαλισμού στη Μέση Ανατολή.

Οι  επεμβάσεις της Δύσης σε συνάρτηση με την οικονομική βία που υφίστανται οι λαοί από τη φρενήρη και καταστροφική   κίνηση των δυνάμεων του κεφαλαίου έχουν καταστήσει ολόκληρες περιοχές του πλανήτη δυσμενείς έως επικίνδυνες για την ανθρώπινη ζωή. Και είναι προφανές ότι οι χιλιάδες των προσφύγων/μεταναστών που  συσσωρεύονται στα σύνορα της Ευρώπης κινούνται από την πλέον σημαντική και καθοριστική ανάγκη της επιβίωσης. Κάθε  άνθρωπος,  όταν απειλείται η ζωή του, η ζωή των παιδιών του, της οικογένειάς του (είτε άμεσα στην  περίπτωση του πολέμου, είτε έμμεσα στην  περίπτωση της ακραίας φτώχειας και εξαθλίωσης), δε θα  περιμένει  μοιρολατρικά το τέλος, παρά θα προσπαθήσει  να βρει   διέξοδο σωτηρίας, να μετακινηθεί  σε περισσότερο ασφαλείς και  ευνοϊκούς τόπους,  ακόμα κι αν αυτό συνεπάγεται την έκθεσή του σε μεγάλους κινδύνους. Δεν πρόκειται για κάτι καινοφανές. Έτσι λειτούργησε η ανθρωπότητα σε όλη τη μέχρι τώρα ιστορία της.

Αυτό όμως που γίνεται ιδιαίτερα αισθητό τα τελευταία χρόνια είναι η τεράστια κλίμακα των προσφυγικών και  μεταναστευτικών ροών (αντίστοιχων της μεγάλης έκτασης των πολεμικών συγκρούσεων και της κοινωνικής αστάθειας σε ολόκληρες περιοχές της Βόρειας Αφρικής, της Μέσης Ανατολής και της Κεντρικής Ασίας), καθώς και οι τραγικές συνθήκες εντός των οποίων πραγματοποιούνται. 

Ενδεικτικό του δράματος είναι το γεγονός ότι μόνο το 2015 πάνω από 3000 άνθρωποι πνίγηκαν στην προσπάθειά τους να διαπλεύσουν τα μεσογειακά σύνορα της Ευρώπης, ενώ σύμφωνα με στοιχεία της Europol τα ίχνη 10000 προσφυγόπουλων   που ταξίδεψαν ασυνόδευτα χάθηκαν τους τελευταίους 18 έως 24 μήνες μετά την καταγραφή τους από τις αρμόδιες αρχές και, όπως εκτιμάται, πολλά εξ αυτών έχουν πέσει θύματα εκμετάλλευσης από δίκτυα του οργανωμένου εγκλήματος.

Όπως πολύ εύκολα μπορεί κανείς να διαπιστώσει, ενώ  όλος ο  κόσμος είναι ανοιχτός για τις δραστηριότητες του πολυεθνικού κεφαλαίου, την ελεύθερη κίνηση του χρήματος και των εμπορευμάτων,  για τους πρόσφυγες και μετανάστες υπάρχουν μόνο σύνορα, φράκτες,  δυνάμεις ασφαλείας, φυλακές και στρατόπεδα. Κι αν ξεπεράσουν τα εμπόδια αυτά, τότε βρίσκονται αντιμέτωποι με τη δράση των κάθε λογής  φασιστικών συμμοριών.

Έτσι οι  πρόσφυγες/μετανάστες  γίνονται δύο φορές θύματα των καταστροφικών δυνάμεων του κόσμου αυτού. Αφενός, προτού βρεθούν ως ξένοι σε μια άλλη χώρα, έχουν ήδη γίνει ξένοι στην πατρίδα τους, όπου ο πόλεμος ή η φτώχεια ή και τα δύο μαζί κάνουν τη ζωή αφόρητη. Αφετέρου, στις χώρες προορισμού ως «παράνομοι πρόσφυγες»/«λαθρομετανάστες» αποτελούν διαρκώς θύματα του οργωμένου εγκλήματος, της μαύρης εργασίας και της σκληρής εκμετάλλευσης από κάθε λογής μικρά και μεγάλα αφεντικά, των κρατικών αρχών, του καθημερινού ρατσισμού αλλά και της οργανωμένης φασιστικής βίας. Οι πρόσφυγες/μετανάστες και ξένοι εργάτες αποτελούν κατά κανόνα το βυθό  της κοινωνίας, τους κατεξοχήν κολασμένους της Γης.

Είναι κατανοητό ότι η εμφάνιση των ξένων, των  μεταναστών και προσφύγων  μπορεί να προκαλεί ανασφάλεια και φόβο σε στρώματα των ντόπιων πληθυσμών της Ευρώπης, στάση που προκύπτει εν πολλοίς αυθόρμητα, αλλά αξιοποιείται από τις δυνάμεις της εθνικιστικής ακροδεξιάς. Τούτο όμως συμβαίνει  γιατί και οι ντόπιοι είναι ξένοι μεταξύ τους, εγκλωβισμένοι σε κοινωνικές σχέσεις ανταγωνισμού,  ακραίας επισφάλειας και αβεβαιότητας. Η ξενοφοβία είναι αίσθημα ανθρώπων αποξενωμένων και φοβισμένων, θυμάτων ενός καθημερινού οικονομικού και κοινωνικού  πολέμου όλων εναντίον όλων.

Η αποξένωση και ο ανταγωνισμός ως  θεμελιώδη γνωρίσματα της κεφαλαιοκρατικής κοινωνίας, όταν δεν αντιμετωπίζονται ενεργητικά με όρους ταξικής αλληλεγγύης και αγώνα των εργαζομένων για τη χειραφέτησή τους, γεννούν αυθόρμητα και σε μαζική κλίμακα ανασφάλεια και φόβο, συμπεριλαμβανομένου και του φόβου απέναντι στον άλλο, στον ξένο. Ας μη λησμονούμε όμως ποτέ ότι, εν προκειμένω, ξένος δεν είναι μόνο ο αλλοεθνής, έστω κι αν είναι πιο εύκολο να θυματοποιηθεί ως τέτοιος, αλλά και ο ομοεθνής, ως ανταγωνιστής μισθωτός εργαζόμενος στην αγορά εργασίας  ή  ως ανταγωνιστής εμπορευματοπαραγωγός  στην αγορά εμπορευμάτων.

Και φυσικά η ένταξη των πολιτών των αστικών κρατών  στην «κοινότητα του έθνους» ουδόλως υπερβαίνει τον μεταξύ τους ανταγωνισμό και την αλλοτρίωση. 

Σε μια ανεπτυγμένη κεφαλαιοκρατική κοινωνία οι έννοιες της «κοινότητας του έθνους»  και της «εθνοφυλετικής  ενότητας» – οι λατρεμένες φαντασιώσεις των εθνικιστών – είναι απατηλές και χειραγωγικές, δεδομένου ότι καλλιεργούν την ψευδαίσθηση της ταύτισης συμφερόντων μεταξύ μισθωτών εργαζομένων και αφεντικών, προλεταρίων / φτωχών μικροϊδιοκτητών και ολιγαρχίας του πλούτου.

Βασικό, χειραγωγικό για τους εργαζόμενους ιδεολόγημα της εθνικιστικής ακροδεξιάς (το οποίο ενίοτε υιοθετούν και δυνάμεις που θυμίζουν «πατριωτική αριστερά») είναι ότι οι ξένοι έρχονται και παίρνουν τις δουλειές από τους ντόπιους και συνεπώς αυτοί ευθύνονται για την ανεργία των τελευταίων. Οι εθνικιστές επιχειρούν να δημιουργήσουν την  εντύπωση  ότι οι εγχώριοι εργαζόμενοι εντός της «εθνικής» οικονομίας έχουν δήθεν κάποια ιδιαίτερα δικαιώματα στις θέσεις εργασίας (ότι αυτές τρόπον τινά τους ανήκουν) τα οποία παραβιάζουν οι ξένοι.

Συναφής με την άποψη αυτή είναι η εθνικιστική προπαγάνδα της αλληλεγγύης μόνο προς τους αναξιοπαθούντες ομοεθνείς (μόνο προς τους Έλληνες εργάτες, ανέργους, φτωχούς κλπ) σε συνάρτηση με την καλλιέργεια  μίσους  προς τους ξένους εργάτες, τους ξένους φτωχούς, πρόσφυγες / μετανάστες.

Τοιουτοτρόπως οι εθνικιστές επιχειρούν να συγκαλύψουν το γεγονός ότι στην κεφαλαιοκρατική κοινωνία η πρόσβαση στην εργασία καθορίζεται από το κεφάλαιο, οι θέσεις εργασίας εξαρτώνται από τα συμφέροντα του κεφαλαίου, «ανήκουν» σε αυτό, ενώ το μόνο που ανήκει στους μισθωτούς εργαζόμενους είναι η εργατική τους δύναμη, η εργασιακή τους ικανότητα την οποία κομίζουν ως εμπόρευμα στην αγορά εργασίας με την ελπίδα να βρουν αγοραστή.

Αυτή η αγορά είναι σήμερα εξόχως διεθνοποιημένη με το κεφάλαιο να  απολαμβάνει πρωτόγνωρη ελευθερία επενδυτικής δραστηριότητας, μεγάλη ευκολία   μετακίνησης από χώρα σε χώρα προς αναζήτηση φθηνών εργατικών χεριών, δυνατότητα εξωτερικής ανάθεσης δραστηριοτήτων για μείωση του κόστους, καθώς και  ευέλικτης δικτυακής απασχόλησης  εργασιακού δυναμικού διάσπαρτου σε  απομακρυσμένες μεταξύ τους χώρες και περιοχές.

Στις σύγχρονες συνθήκες οι μισθωτοί εργαζόμενοι, ντόπιοι και ξένοι, δεν είναι τίποτε περισσότερο από  φορείς του εμπορεύματος «εργατική δύναμη», το οποίο, όπως και όλα τα άλλα εμπορεύματα, διατίθεται πλέον σε μια  παγκόσμια αγορά, με τους υφιστάμενους φραγμούς  μετακίνησης ανθρώπων (οι οποίοι και διαμορφώνουν  το καθεστώς της «λαθρομετανάστευσης») να  παίζουν ουσιώδη ρόλο στη μείωση της τιμής αυτού του εμπορεύματος.

Το γεγονός λοιπόν ότι κάποιος στον τόπο του γίνεται περιττός και ξενιτεύεται προς αναζήτηση εργασίας αποκαλύπτει με τον πλέον άμεσο και δραματικό τρόπο την ουσία των κοινωνικών σχέσεων εντός της κεφαλαιοκρατίας, ότι δηλαδή ο καθένας θα πρέπει πρώτα να  πωλήσει την εργασιακή του ικανότητα στο κεφάλαιο με τους όρους που αυτό επιθυμεί, να υπάρξει δηλαδή ως εμπόρευμα (ως κάτοχος τους εμπορεύματος «εργασιακή ικανότητα»),  προκειμένου να υπάρξει ως άνθρωπος. Αυτή είναι η καθολική μοίρα των φορέων της μισθωτής εργασίας (χειρωνακτικής και διανοητικής), οι οποίοι στο βαθμό που παραμένουν υποταγμένοι στο κεφάλαιο (που δεν ανέρχονται στο επίπεδο της πολιτικής συσπείρωσης και του αγώνα για τη χειραφέτησή τους) παραμένουν μεταξύ τους ξένοι και ανταγωνιστές.

Η προπαγάνδα του εθνικισμού/φασισμού επιτείνει τη διάσπαση των εργαζομένων προσφέροντας   ιδιαιτέρως πολύτιμη υπηρεσία στα αφεντικά του κόσμου αυτού. 

Στρεφόμενη κατά των ξένων εργατών, κατά των μεταναστών και προσφύγων ενοχοποιεί τα θύματα του ιμπεριαλισμού, της ταξικής εκμετάλλευσης και κοινωνικής καταπίεσης, αποστρέφοντας την προσοχή από το  ρόλο των αφεντικών,  καλλιεργεί το μίσος μεταξύ των λαών, μεταξύ ντόπιων και ξένων εργαζομένων,   υποτάσσοντάς τους τελικά στην εξουσία του κοινού ταξικού τους εχθρού.

Γι’ αυτό και αλληλεγγύη που η εθνικιστική ακροδεξιά υπόσχεται  στους ομοεθνείς εργαζόμενους είναι δόλια και παραπλανητική: αυτοί που αντιμετωπίζουν με εχθρότητα τα αλλοεθνή θύματα της φτώχειας και του πολέμου, του καπιταλισμού και του ιμπεριαλισμού, που αρνούνται την αλληλεγγύη προς τους όπου γης ταπεινούς και καταφρονεμένους,  είναι εχθροί και των ομοεθνών ταπεινών και καταφρονεμένων, θυμάτων του ίδιου κοινωνικού συστήματος, των ίδιων νόμων του κοινωνικού ανταγωνισμού και  της ταξικής εκμετάλλευσης.

Τα πραγματικά συμφέροντα των εργαζομένων είναι υπεράνω εθνών και πατρίδων. Ως προς τη στρατηγική τους προοπτική  είναι ταξικά και συνάμα διεθνιστικά και πανανθρώπινα.  Η χειραφέτηση της εργασίας από την εξουσία του κεφαλαίου ως συλλογική ιδιοποίηση από τους εργαζόμενους των  σύγχρονων παραγωγικών δυνάμεων αποτελεί τη μοναδική οδό προς την αυθεντική ενοποίηση της ανθρωπότητας, προς τη συλλογική – συντροφική αντιμετώπιση των προβλημάτων και προκλήσεων της σύγχρονης κοινωνίας.

Ωστόσο, θα πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι οι μισθωτοί εργαζόμενοι συνδέονται με ξεχωριστές πατρίδες ως φορείς συγκεκριμένης γλώσσας και πολιτισμικών παραδόσεων στο πλαίσιο των οποίων δύνανται να επικοινωνούν και να δραστηριοποιούνται. Και προφανώς αρχικά σε αυτό το γλωσσικό-πολιτισμικό πλαίσιο  και στα αντίστοιχα εθνικο-κρατικά όριά του θα χρειαστεί να επιχειρήσουν την κοινωνική τους χειραφέτηση.

Το να ανήκει όμως κανείς σε συγκεκριμένη γλωσσική  κοινότητα και να είναι φορέας συγκεκριμένων πολιτισμικών παραδόσεων δεν καθορίζεται ούτε από κάποιο βιολογικό μηχανισμό διασφάλισης της ενότητας και συνέχειας του έθνους (όπως, φερ’ ειπείν,  υπονοούν οι εθνικιστικές ιδέες του «ελληνικού αίματος» και της «ελληνικής φυλής»), ούτε προφανώς από την απλή κατοχή συγκεκριμένης ιθαγένειας και υπηκοότητας.

Ο πολιτισμός, τα πολιτισμικά επιτεύγματα ανθρώπων που έζησαν και δημιούργησαν σε ένα τόπο στο βάθος του ιστορικού χρόνου δεν καθίστανται κτήμα των επόμενων γενεών απλώς και μόνο επειδή αυτές φαντασιώνονται ότι είναι οι άμεσοι εθνικοί κληρονόμοι και συνεχιστές τους.
Υπάρχει μόνο ένας τρόπος για να γίνουν οι σύγχρονοι άνθρωποι κληρονόμοι του πολιτισμού, η εκπαίδευση.  Και ως εκπαίδευση δεν εννοώ  την επιδερμική ευρυμάθεια,  το να είναι κανείς απλώς ενήμερος από τη σχολική του εμπειρία για έργα και ιδέες. Η «Αντιγόνη» του Σοφοκλή, η «Πολιτεία» του Πλάτωνα, αλλά και το «Έπος του Γκιλγκαμές», η «Μαχαμπχαράτα», το    «Άσμα Ασμάτων», η τέχνη της Αναγέννησης, η ρωσική λογοτεχνία, η γερμανική φιλοσοφία, κοντολογίς τα δημιουργήματα των διαφόρων λαών στη φιλοσοφία, τη  λογοτεχνία, την  τέχνη και την  επιστημονική σκέψη γίνονται δικά μας μόνο διαμέσου της συναισθηματικής και διανοητικής προσοικείωσης  των σημασιών τους, πράγμα που απαιτεί εργώδη προσπάθεια επικοινωνίας με αυτά, συναπτόμενη με την ικανότητα των ίδιων να αναδεικνύουν και να εκφράζουν διαχρονικά σημαντικές πτυχές της ανθρώπινης κατάστασης. Γινόμαστε λοιπόν πραγματικοί κάτοχοι – φορείς της πολιτισμικής παράδοσης (όχι μόνον της «λόγιας» αλλά και της «λαϊκής» εκδοχής της) επειδή ανακαλύπτουμε σε αυτή τα σημαντικά για τη σύγχρονη ζωή μας – τα διαχρονικά και, συνεπώς, πανανθρώπινα στοιχεία της και, συνακόλουθα, διαμέσου αυτής αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο, εκφραζόμαστε  και ζούμε.

Αν ως πολιτισμό εννοήσουμε δημιουργήματα, γνώσεις, ανακαλύψεις, ιδεώδη  και σημασίες  πανανθρώπινης αξίας (εν αντιθέσει προς ιδέες που εκφράζουν εντός κάθε πολιτισμού τα συμφέροντα των κυρίαρχων τάξεων, τις σχέσεις και πρακτικές της κοινωνικής εκμετάλλευσης και καταπίεσης), τότε  κληρονόμος του πολιτισμού είναι στην πραγματικότητα όλη η μορφωμένη ανθρωπότητα, και με αυτή την έννοια ο πολιτισμός και η μόρφωση ενώνουν ουσιωδώς τους ανθρώπους.

Όσον αφορά λοιπόν τον πολιτισμό κανένας φορέας του  οπουδήποτε κι αν βρεθεί δεν μπορεί να είναι ξένος, δεδομένου ότι στις όποιες «εθνικές» – ιδιαίτερες εκδοχές του υπάρχουν πάντα εκείνα τα πανανθρώπινα στοιχεία που καθιστούν εφικτή τη συνεννόηση και  συνεργασία μεταξύ των ανθρώπων, τη συσπείρωση και τον κοινό αγώνα για  την κοινωνική χειραφέτηση και πρόοδο.

Η ζωή των σύγχρονων ανθρώπων καθορίζεται από ένα εξαιρετικά πολύπλοκο πλέγμα παγκόσμιων αλληλεξαρτήσεων, υποταγμένων στην ανεξέλεγκτη, χαώδη και εν πολλοίς καταστροφική κίνηση  των νόμων της κεφαλαιοκρατίας. Στις συνθήκες αυτές διέξοδο στα προβλήματα της ανθρωπότητας, τα οποία στη φύση τους είναι καθολικά – παγκόσμια,  δεν μπορεί να δώσει η επιστροφή στην απατηλή κοινότητα του έθνους που υπόσχονται οι εθνικιστές.  Η εξαιρετικά αναγκαία για την αντιμετώπιση αυτών των προβλημάτων  υπέρβαση της αποξένωσης και αυθεντική ενοποίηση της κοινωνίας διέρχεται μόνο μέσα από την ταξική συνειδητοποίηση των εργαζομένων (από τη συνειδητοποίηση των κοινών ταξικών και συνάμα κατεξοχήν πανανθρώπινων συμφερόντων τους) και τη συσπείρωσή τους, σε εθνικό και διεθνές επίπεδο, στον αγώνα ενάντια στις σχέσεις ανταγωνισμού και εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο.

Από την παραπάνω σκοπιά η αλληλεγγύη προς τους πρόσφυγες/μετανάστες που έρχονται στη χώρα μας δεν αφορά μόνο αυτούς, αν και προφανώς είναι εξαιρετικά σημαντική για την επιβίωσή τους, για τη στοιχειώδη ικανοποίηση των αναγκών τους. Η αλληλεγγύη προς τους πρόσφυγες/μετανάστες αφορά οπωσδήποτε το κοινωνικό ζήτημα στη χώρας μας, το πώς θέλουμε να διαμορφώσουμε την κοινωνία μας, τις σχέσεις που θέλουμε να οικοδομήσουμε μεταξύ μας.

Η αλληλεγγύη προς τους ξένους, τα θύματα του καπιταλισμού και του ιμπεριαλισμού, σημαίνει αναγνώριση του κοινωνικού δεσμού μεταξύ όλων των ανθρώπων, της κοινής ανθρώπινης μοίρας, των κοινωνών ανθρώπινων αναγκών, των κοινών προβλημάτων, προκλήσεων και απειλών, αλλά και των κοινών προοπτικών οικοδόμησης μια καλύτερης κοινωνίας.

Η αλληλεγγύη συνιστά οπωσδήποτε αυτονόητη  ηθική στάση, έμπρακτη ανθρωπιά, θεμελιωμένη στην κατανόηση   της συλλογικής ευθύνης για την προστασία της ανθρώπινης ζωής. Συνάμα, συνιστά στάση ιδεολογική και πολιτική, με την έννοια της εκδήλωσής της και ως αγώνα εναντίον των κοινωνικών δυνάμεων που καταστρέφουν την ανθρώπινη ζωή, που καθιστούν εκατομμύρια ανθρώπων περιττούς.

Η αλληλεγγύη προς τους απόκληρους και καταδιωγμένους  που από διάφορες γωνιές του πλανήτη έρχονται στην πόρτα μας αποτελεί κρίσιμο παράγοντα οικοδόμησης εμπιστοσύνης και διεθνιστικής φιλίας μεταξύ των λαών, αναγκαίας για την ανάπτυξη κοινών αγώνων με στόχο την κοινωνική αλλαγή σε ολόκληρες περιοχές του πλανήτη. Και εν προκειμένω είναι εξαιρετικά κρίσιμη η αλληλεγγύη προς όλους τους λαούς που υφίστανται την επιθετικότητα του αμερικανο-ευρωπαϊκού ιμπεριαλισμού, που αγωνίζονται εναντίον του για την ανεξαρτησία τους και  την εδαφική τους ακεραιότητα.

Ύψιστης  όμως σημασίας είναι η ανάπτυξη διεθνούς αλληλεγγύης, διεθνούς συσπείρωσης και συμπαράταξης για τη διεκδίκηση της ριζικής αλλαγής των σχέσεων ιδιοκτησίας, της σοσιαλιστικής χειραφέτησης της εργασίας και της κοινωνίας.  Χωρίς μια τέτοια συμπαράταξη των λαών και των  επαναστατικών τους δυνάμεων, κι ακόμη περισσότερο χωρίς συντονισμένα εγχειρήματα κοινωνικής αλλαγής σε ολόκληρες περιοχές του πλανήτη, η αμφισβήτηση και ανατροπή της κεφαλαιοκρατίας  στις σημερινές συνθήκες φαντάζει εξαιρετικά δύσκολη, αν όχι αδύνατη.

Η αλληλεγγύη προς τους κολασμένους της Γης ξένους εργάτες,  πρόσφυγες και μετανάστες, η διεθνιστική αγωνιστική αλληλεγγύη των εργαζομένων αποτελεί εν τέλει θεμέλιο της ελπίδας ότι η βαρβαρότητα και η αποκτήνωση που εξαπλώνονται παντού εντός της παγκόσμιας κεφαλαιοκρατίας δεν είναι αήττητες και αναπόδραστες, ότι μια κοινωνία   καθολικής συντροφικότητας (εδραιωμένη στις απελευθερωμένες από την εξουσία του κεφαλαίου σύγχρονες παραγωγικές δυνάμεις της εργασίας)  είναι οπωσδήποτε εφικτή.

*Επίκουρος καθηγητής ΠΤΔΕ ΑΠΘ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου