Παρασκευή 8 Μαΐου 2020

Τελικά σημασία έχει ποιός χρωστάει σε ποιόν! – Οι Γερμανικές αποζημιώσεις και το παλάτι του Οθωνα


Το Εθνικό Συμβούλιο Διεκδίκησης των Οφειλών της Γερμανίας προς την Ελλάδα (ΕΣΔΟΓΕ) τιμά την 75η επέτειο της Αντιφασιστικής Νίκης των Λαών και την λήξη του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου, 9 Μάη 1945, με μια πολύ ενδιαφέρουσα Εκδήλωση – Διαδικτυακή Συζήτηση, το Σάββατο 9 Μάη, στις 9:00 μ.μ.

Τα κύρια θέματα της συζήτησης:
  • Η σημασία της αντιφασιστικής νίκης των λαών
  • Ο αγώνας ενάντια στη λήθη και την παραχάραξη της Ιστορίας
  • Η Αντίσταση και η θυσία της Ελλάδας απαιτούν Δικαιοσύνη & Αποζημίωση!
  • Ο ανυποχώρητος αγώνας για τη διεκδίκηση των Γερμανικών Οφειλών κλιμακώνεται!
Πολλές φορές αναζητήθηκαν και αναζητούνται λεπτοί χειρισμοί, προσεκτικές διατυπώσεις και ευγενικοί τρόποι γεμάτοι διακριτικότητα, προκειμένου να ενημερωθούν οι Γερμανοί και οι ευρωπαϊκές αντιπροσωπείες που έρχονται εδώ, για την ύπαρξη μιας… μικρούλας εκκρεμότητας που εξακολουθεί και υπάρχει από την περίοδο που οι Γερμανοί κατακτητές λεηλάτησαν την Τράπεζα της Ελλάδος με το αναγκαστικό κατοχικό δάνειο, το οποίο δεν εξοφλήθηκε ποτέ, με κάτι… μικρούλες αποζημιώσεις για τις καταστροφές στις υποδομές της χώρας που προξένησαν, για τις απώλειες σε ανθρώπινες ζωές που προκάλεσαν οι ναζιστικές θηριωδίες και την αρπαγή αρχαιολογικών θησαυρών που ποτέ δεν επιστράφηκαν.


Μέχρι σήμερα δεν υπήρξε και δεν υπάρχει πολιτική βούληση από καμιά κυβέρνηση να διεκδικηθούν οι γερμανικές αποζημιώσεις.


Τελικά φαίνεται πως η καταλυτική παράμετρος για το κύριο ζήτημα είναι το «ποιος χρωστάει σε ποιόν», όπως δείχνει χαρακτηριστικά και το παρακάτω απόσπασμα το οποίο αναφέρεται στην χρηματοδότηση της ανέγερσης του Παλατιού του Οθωνα το 1836:

«Στον προϋπολογισμό του 1836 αναγράφτηκαν πεντακόσιες χιλιάδες δραχμές για ν’ αρχίσει η ανοικοδόμηση. Αυτές ξοδεύτηκαν για να διαμορφωθεί ο χώρος και να μπούνε τα θεμέλια. Ο υπουργός των Οικονομικών γύρεψε από το Συμβούλιο της Επικρατείας να εγκρίνει το ίδιο ποσό για το 1837. Μα ουκ αν λάβοις παρά του μη έχοντος. Ο Οθωνας, που στ’ αναμεταξύ είχε παντρευτεί, στην απελπισία του γύρεψε, στις 18 του Φλεβάρη 1837, δάνειο από τον πατέρα του 1.670.000 φιορίνια που ισοδυναμούσαν με 3.900.000 δραχμές. Στο γράμμα του παρακαλούσε τον Λουδοβίκο ν’ αποφασίσει  το πιο γλήγορα «διότι άλλως», τούλεγε, «θα ευρεθώ υποχρεωμένος ν’ αναστείλω τας οικοδομικάς εργασίας, πράγμα το οποίον θα ήτο επιζήμιον δι’  εμέ και θα είχε δυσμενή απήχησιν επί της δημοσίας γνώμης».

Ο Λουδοβίκος σύντρεξε το γιό του και του δάνεισε τα χρήματα που του γύρεψε, με τούτον, όμως εδώ τον περίεργο τρόπο. Δεν τάδωσε από δικά του κι ούτε τα γύρεψε από την κυβέρνησή του, παρά τα πήρε, δίχως να ρωτήσει κανέναν, από χρήματα που σύμφωνα με τη συνθήκη της Βιέννης η Γαλλία είχε αποζημιώσει τη Γερμανική Ομοσπονδία κι αυτή του τα είχε εμπιστευτεί για να φτιάσει πάνω στο Ρήνο το κάστρο του Γέρμερσχάιμ.

Και τώρα θα ρωτήσεις: Το δάνειο αυτό το ξόφλησε ποτέ ο Οθωνας; Ο Οθωνας όχι, η Ελλάδα όμως ναι. Κι άκου να δεις πως γίνηκε. όταν το 1848 ο Λουδοβίκος εκθρονίστηκε, για τις χάρες της χορεύτριας Λόλας Μοντές, το θυμήθηκε, γιατί τόσο ο γιός του Μαξιμιλιανός που ανέβηκε στο θρόνο όσο κι η κυβέρνηση της Βαυαρίας, του γύρευαν τα ξένα λεφτά που άρπαξε. «Ο υιός μου Βασιλεύς και η Κυβέρνησίς του», έγραφε στον Οθωνα στις 20 του Φλεβάρη 1849, «με πιέζουσι ν’ αποδώσω το δάνειον εις το δημόσιον ταμείον εκ της ιδίας μου περιουσίας (…) Εφ’ όσον ήσο απόλυτος Μονάρχης εγένετο το δάνειον, κατόρθωσε νυν τουλάχιστον να το αναγνωρίση η Βουλή και να καταβληθώσιν οι καθυστερούμενοι τρέχοντες τόκοι, εάν μή το κεφάλαιον. Είμαι πνιγμένος».

Τα οικονομικά όμως του τόπου είταν τότες χειρότερα από ποτέ. Όχι μονάχα κανείς ποια δε μας έδινε πενταράκι, παρά μας γύρευαν τους καθυστερημένους τόκους και τα χρεωλύσια από κείνο το περίφημο δάνειο των εξήντα εκατομμυρίων. Φτάνει να σου πω, για να δεις ποια είταν τα χάλια μας, πως ο προϋπολογισμός παρουσίασε έλλειμμα κείνον το χρόνο δυό εκατομμύρια δραχμές. Με κανέναν λοιπόν τρόπο δε μπορούσε να δεχτεί η Βουλή να ξοφλήσουμε ένα δάνειο, που γι’ αυτό το ελληνικό κράτος δεν είχε πάρει την παραμικρή υποχρέωση κι είταν, στο κάτω κάτω της γραφής, μια ιδιωτική υπόθεση ανάμεσα στον Λουδοβίκο και το γιό του. Τα χρήματα, καθώς είπανε, δεν πήγαν σ’  εθνικές ανάγκες, μα σε βασιλικές οικοδομές.

— Το σκάσαμε λοιπόν κανόνι;

— Όχι και στάσου να δεις τι νόστιμα που μας ανάγκασαν οι γερμανοί να το πλερώσουμε.

Το 1867 πέθανε εξόριστος ο Οθωνας κι έπειτα από λίγο πέθανε κι ο Λουδοβίκος. Το δάνειο για το παλάτι είχε πια ολότελα ξεχαστεί. Κι όμως ο «σιδηρούς» καγκελάριος Μπίσμαρκ, έπειτα από την ένωση της Γερμανίας, το θυμήθηκε στην κατάλληλη ώρα. Όταν ύστερα από το ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1877 – 1878 ακολούθησαν η συνθήκη του Βερολίνου κι έπειτα οι διαπραγματεύσεις των μεγάλων Δυνάμεων για το Ελληνικό ζήτημα, που κατέληξαν στην παραχώρηση της Θεσσαλίας, ο Μπίσμαρκ ξέθαψε την υπόθεση του μυστικού δανείου ανάμεσα στους πεθαμένους πια από καιρό Λουδοβίκο και Οθωνα και μας ανάγκασε να το πλερώσουμε, το 1883, στους κληρονόμους του Λουδοβίκου, διαφορετικά δεν παίρναμε, λέει, μήτε σπιθαμή από την Τουρκιά!

Καθώς βλέπεις, μπορούν πολλά πράγματα να ξεχνάνε οι μεγάλοι, το παραδάκι όμως δεν το λησμονάνε ποτέ.»

Το απόσπασμα είναι από το βιβλίο «ΟΘΩΝΑΣ – Η ΜΟΝΑΡΧΙΑ», του Δημήτρη Φωτιάδη, εκδόσεις ΔΩΡΙΚΟΣ, Αθήνα 1975, σελίδες 160 – 161[1].


Οι διεκδικήσεις της Ελλάδας για τις γερμανικές αποζημιώσεις  είναι, πρέπει να είναι, συγκεκριμένες και απαιτητές: Το αναγκαστικό, κατοχικό δάνειο, οι καταστροφές των υποδομών της χώρας (λεηλασίες, εργοστάσια, δρόμοι, λιμάνια, αεροδρόμια, αρπαγή αγροτικής και άλλης παραγωγής). Οι αποζημιώσεις για το ανθρώπινο δυναμικό που χάθηκε. Να επιστραφούν οι αρχαιολογικοί θησαυροί που ληστεύθηκαν από τις ναζιστικές δυνάμεις στη διάρκεια της γερμανικής κατοχής.

Στην Ανακοίνωση του ΕΣΔΟΓΕ για την μαύρη επέτειο της εισόδου των Γερμανών στην Αθήνα, μεταξύ άλλων αναφέρεται:

«Ο απολογισμός της Κατοχής για την Ελλάδα ήταν περισσότερο από δραματικός: εκατοντάδες χιλιάδες οι νεκροί από την πείνα, τις εκτελέσεις, τις ασθένειες, τις εκτοπίσεις, τα καταναγκαστικά έργα, τα βασανιστήρια, ενώ λόγω και της υπογεννητικότητας η χώρα μας ήταν η μόνη ευρωπαϊκή χώρα, που υπέστη μείωση του πληθυσμού της, σημαντική μάλιστα!

Η εβραϊκή κοινότητα της Ελλάδας εξολοθρεύθηκε.
Χίλια επτακόσια εβδομήντα χωριά και περισσότερα από τετρακόσιες χιλιάδες σπίτια παραδόθηκαν στις φλόγες.

Οι παραγωγικές και κοινωνικές υποδομές της χώρας μας καταστράφηκαν ολοσχερώς, οι πόροι της λεηλατήθηκαν μεθοδικά.

Αρχαιολογικοί και πολιτιστικοί θησαυροί ανυπολόγιστης αξίας εκλάπησαν, λεηλατήθηκαν και φυγαδεύτηκαν στο Γ΄ Ράιχ, ενώ μοναδικής αξίας μνημεία υπέστησαν βαρύτατες καταστροφές.
 Η χώρα μας υπέστη μία ανείπωτη τραγωδία και συνάμα μία πρωτόγνωρη οικονομική καταστροφή, που υπονόμευσε βάναυσα την αναπτυξιακή της προοπτική για δεκαετίες.

Κι όμως! Εβδομήντα πέντε χρόνια μετά τη λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και τριάντα χρόνια μετά την επανένωση της Γερμανίας η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας (Ο.Δ.Γ.) εξακολουθεί να αρνείται να αναλάβει εμπράκτως την ευθύνη της για τα φοβερά εγκλήματα της ναζιστικής Γερμανίας και συνεχίζει να αθετεί σκανδαλωδώς τις υποχρεώσεις της απέναντι στην Ιστορία και το Διεθνές Δίκαιο επωφελούμενη και του γεγονότος ότι οι ελληνικές κυβερνήσεις, διαχρονικά, δεν έχουν διεκδικήσει με το απαιτούμενο σθένος, μεθοδικότητα και αποφασιστικότητα την ικανοποίηση των δίκαιων και απαράγραπτων οφειλών της Ο.Δ.Γ. προς την Ελλάδα».

Σε άλλο σημείο η Ανακοίνωση σημειώνει:

«Τονίζουμε, για άλλη μια φορά, ότι ο αγώνας διεκδίκησης των απαράγραπτων και πλήρως τεκμηριωμένων αξιώσεων της Ελλάδας, ένας αγώνας, που ενώνει – όσο τίποτα άλλο – τον ελληνικό λαό, δεν στρέφεται κατά του γερμανικού λαού, τον οποίο τιμούμε και αισθανόμαστε αλληλέγγυοι μαζί του, αλλά εναντίον της αδιαλλαξίας των κυβερνήσεων της ΟΔΓ. Η ανιδιοτελής και πολύχρονη συμμετοχή συλλογικοτήτων και δημοκρατών της Γερμανίας στον κοινό μας αγώνα, αναδεικνύει, εξάλλου, τον οικουμενικό του χαρακτήρα και την θεμελίωσή του στις πανανθρώπινες αρχές και αξίες της δικαιοσύνης, της ειρήνης και της δημοκρατίας.

Διατρανώνουμε, τέλος, την πρόθεσή μας να κλιμακώσουμε και να δώσουμε αταλάντευτα και ανυποχώρητα μέχρι την τελική νίκη τον αγώνα διεκδίκησης των γερμανικών οφειλών, έναν αγώνα που αποτελεί, παράλληλα, γέφυρα πραγματικής φιλίας με τον γερμανικό λαό και κοινής πάλης, αντιφασιστικής και δημοκρατικής, των δύο λαών και όλων των λαών».

ΣΗΜΕΙΩΣΗ:

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου