Παρασκευή, 22 Ιουλίου 2016

Υπερασπίζεται τη σημερινή ζούγκλα και ανοίγει δρόμο για τα χειρότερα


Αποκαλυπτική η επιχειρηματολογία του υπουργείου Εργασίας στο υπόμνημα προς την Επιτροπή των ειδικών

Εργαζόμενοι διαμαρτύρονται για την «ευελιξία» στην αγορά εργασίας που σαρώνει τα δικαιώματά τους, την οποία υπερασπίζεται η κυβέρνηση
Εργαζόμενοι διαμαρτύρονται για την «ευελιξία» στην αγορά εργασίας που σαρώνει τα δικαιώματά τους, την οποία υπερασπίζεται η κυβέρνηση
 
Με επιχειρηματία, που θα ζήλευε και ο ΣΕΒ, η κυβέρνηση απευθύνεται με υπόμνημα στην Επιτροπή των ειδικών που συντάσσουν το πόρισμα για τα Εργασιακά και ζητάει να παραμείνει ως έχει η ζούγκλα στην αγορά εργασίας, επειδή με τους προηγούμενους αντεργατικούς νόμους έχει επιτευχθεί επαρκής ευελιξία στις εργασιακές σχέσεις και τους μισθούς.
Στην πραγματικότητα, η κυβέρνηση υπερασπίζεται όλους τους μέχρι σήμερα αντεργατικούς νόμους, προσπαθεί να τους νομιμοποιήσει στη συνείδηση των εργαζομένων και να κάνει έτσι πιο εύπεπτα τα επόμενα μέτρα, τα οποία, αν και δεν περιέχονται στο υπόμνημα που κατέθεσε, τα έχει συμφωνήσει με το κουαρτέτο στο τρίτο μνημόνιο. Ας δούμε ορισμένα από τα επιχειρήματα της κυβέρνησης και τα αποκαλυπτικά στοιχεία που τα συνοδεύουν.
 
1. Για τους μισθούς: Η κυβέρνηση ενημερώνει την Επιτροπή ότι ο μέσος μισθός στο σύνολο της οικονομίας μεταξύ 2009 - 2014 μειώθηκε κατά 26,3%. Ειδικότερα, στο Δημόσιο μειώθηκε κατά 26%, στις επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας (πρώην ΔΕΚΟ) κατά 35,4%, στις τράπεζες κατά 30%, στον ιδιωτικό τομέα (χωρίς τις τράπεζες) κατά 27,4%, ενώ ο κατώτερος μισθός μειώθηκε κατά 24,8%.
Ταυτόχρονα, όμως, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρατίθενται στο υπόμνημα, υπάρχει ένα μεγάλο τμήμα μισθωτών, που, εξαιτίας της ευελιξίας λαμβάνει όχι μισθούς, αλλά «χαρτζιλίκι». Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το σύστημα «Εργάνη», το 2015, 126.956 μισθωτοί λάμβαναν μισθό κάτω από 100 ευρώ (!), 54.208 μισθωτοί λαμβάνουν το μήνα από 100 έως 200 ευρώ (πάντα μεικτά), 66.312 μισθωτοί λαμβάνουν μεικτό μισθό από 200 έως 300 ευρώ και ακόμα 96.284 μισθωτοί από 300 έως 400 ευρώ μεικτά.


Συνολικά, κάτω και από τα κατώτερα όρια, δηλαδή μέχρι 584 ευρώ μεικτά, λάμβαναν συνολικά 477.445 μισθωτοί. Δηλαδή, το 29,5% των μισθωτών (τρεις στους δέκα) έχει εισόδημα λιγότερο και απ' αυτό του κατώτερου μισθού! Επίσης, μέχρι 1.000 ευρώ μεικτά λάμβαναν το 2015 1.070.221 μισθωτοί, σε σύνολο 1.619.845, δηλαδή το 66% ή δύο στους τρεις.

Με αυτά τα στοιχεία και με τον ισχυρισμό ότι η ονομαστική μείωση των μισθών δεν είναι ο μόνος τρόπος για την παραπέρα μείωση του κόστους εργασίας, η κυβέρνηση υπερασπίζεται το σημερινό άθλιο καθεστώς για εκατοντάδες χιλιάδες εργαζόμενους. Κι από πάνω, υποδεικνύει στην επιτροπή ότι η ελαστικοποίηση της αγοράς εργασίας έχει συμβάλει επίσης στη μείωση των αποδοχών των εργαζομένων, προς όφελος της εργοδοσίας.

Γράφει χαρακτηριστικά το υπόμνημα: «Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι, ιδιαίτερα μετά τις πρόσφατες μεταρρυθμίσεις, η ελληνική αγορά εργασίας έγινε πιο ευέλικτη και, ως εκ τούτου, επέτρεψε στον εργοδότη να προσαρμόζει το ωράριο εργασίας και την κατάσταση της απασχόλησης, αντί να επικεντρώνεται αποκλειστικά στους μισθούς. Ενα τέτοιο πλαίσιο επιτρέπει μισθούς ακόμη και κάτω από τον κατώτατο μισθό, που δείχνει ότι η συνεχής μείωση των μισθών δεν είναι ο μόνος τρόπος για τη μείωση του κόστους εργασίας (...) πάνω από το 50% των προσλήψεων για την περίοδο 2013 - 2015 ήταν υπό μερική απασχόληση ή εκ περιτροπής εργασία».
 
2. Για τις ομαδικές απολύσεις. Η κυβέρνηση υπερασπίζεται το σημερινό άθλιο καθεστώς και την αύξηση στα προβλεπόμενα όρια των απολύσεων που νομιμοποιείται να κάνει μια επιχείρηση, ανάλογα με τον αριθμό των εργαζομένων που απασχολεί. Ετσι, το υπουργείο Εργασίας θεωρεί και διαφημίζει ότι στην πραγματικότητα οι ομαδικές απολύσεις είναι πλήρως απελευθερωμένες, αφού κανένα όριο δεν υφίσταται για επιχειρήσεις με 20 εργαζόμενους και κάτω, που αποτελούν την πλειοψηφία των επιχειρήσεων στην Ελλάδα.

Οπως σημειώνεται στο υπόμνημα, το 94,86% των επιχειρήσεων έχουν κάτω από 20 εργαζόμενους και γι' αυτούς δεν υπάρχει καμιά προστασία, ενώ μόλις το 5,12% των επιχειρήσεων απασχολεί πάνω από 20 εργαζόμενους και υπόκεινται σε τυπικούς περιορισμούς για τις ομαδικές απολύσεις.

Η κυβέρνηση αφήνει ορθάνοιχτη την πόρτα να γίνουν νέες αντιδραστικές προσαρμογές και σ' αυτό το πεδίο, γράφοντας στο υπόμνημα: «Η ελληνική κυβέρνηση δεν ισχυρίζεται ότι οι πολιτικές για την αγορά εργασίας θα πρέπει να ευθυγραμμιστούν με τις διεθνείς και ευρωπαϊκές βέλτιστες πρακτικές. Ωστόσο, είναι σημαντικό να ληφθούν υπόψη οι ιδιαιτερότητες της ελληνικής οικονομίας».
Παραπέρα, ισχυρίζεται ότι το σημερινό καθεστώς είναι αρκετά ευέλικτο, ώστε να εξασφαλίζει τα συμφέροντα των επιχειρηματικών ομίλων και επικαλείται στοιχεία, σύμφωνα με τα οποία «από το 2011 μέχρι σήμερα έχουν καταγραφεί 10 περιπτώσεις όπου οι διαβουλεύσεις μεταξύ των μερών (εργοδοσία - εργαζόμενοι) κατέληξαν σε συμφωνία σχετικά με τις απολύσεις σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 1 και 2 του νόμου 1387/1983».

Στη συνέχεια, επικαλείται τις αλλαγές που έγιναν στη λειτουργία του Ανώτατου Συμβουλίου Απασχόλησης στις 22/1/2014, και οι οποίες συντέλεσαν στην υποβάθμιση του ρόλου του εκάστοτε υπουργού στην έγκριση των ομαδικών απολύσεων. Αλλά και στις περιπτώσεις που τέτοια αιτήματα φτάνουν στο γραφείο του υπουργού Εργασίας, υπάρχει η λύση για να προχωρήσουν κανονικά οι απολύσεις.

Οπως ξεδιάντροπα ενημερώνει το υπουργείο, σε παλιότερα αιτήματα για ομαδικές απολύσεις, ο υπουργός απλά δεν γνωμοδότησε μέσα στην προθεσμία που ορίζει ο νόμος, με αποτέλεσμα οι απολύσεις να γίνουν όπως τις σχεδίαζε η εργοδοσία! Γράφει το υπόμνημα: «Για παράδειγμα, το 2013, μετά την υποβολή του αιτήματος για ομαδικές απολύσεις, η προθεσμία των 10 ημερών έληξε χωρίς καμία απόφαση του υπουργού Εργασίας και έτσι οι απολύσεις έλαβαν χώρα σύμφωνα με απόφαση του εργοδότη.

Επιπλέον, το 2014, σε ένα αίτημα για ομαδικές απολύσεις που υποβλήθηκε από μια επιχείρηση (...) η προθεσμία των 10 ημερών για την έκδοση απόφασης έληξε, οδηγώντας έτσι σε μια σιωπηρή έγκριση του αιτήματος της επιχείρησης. 

Ως αποτέλεσμα ο αίτημα των απολύσεων πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με απόφαση του εργοδότη»! Επομένως, αφού οι εργοδότες κάνουν μια χαρά τη δουλειά τους με το ισχύον σύστημα, γιατί να αλλάξει ο νόμος; Αυτό είναι το ...ατράνταχτο επιχείρημα του υπουργείου.
 
3. Για το «lock out»: Ας δούμε τι λέει το υπόμνημα και για το «lock out», που απαγορεύεται με βάση τον νόμο 1264/1982. Τα επιχειρήματα της κυβέρνησης για να παραμείνει η νομοθεσία ως έχει, είναι αποκαλυπτικά. Πρώτον, ισχυρίζεται ότι «στην πράξη οι εργοδότες προτιμούν να ασκήσουν προσφυγή κατά της νομιμότητας της απεργίας ενώπιον των δικαστηρίων» αντί να κάνουν ανταπεργία, καθώς «η έκδοση της απόφασης εντός της ημέρας επιλύει το εκκρεμότητα»! Παραδέχεται, δηλαδή, ότι τα δικαστήρια ευχαρίστως και ταχύτατα βγάζουν εννιά στις δέκα απεργίες παράνομες ή/και καταχρηστικές.

Τα δικαστήρια, όμως, με την υπάρχουσα νομοθεσία και νομολογία, μπορούν, σύμφωνα με την κυβέρνηση, να αναγνωρίσουν στον εργοδότη το δικαίωμα να μην πληρώσει τους εργαζόμενους που δεν συμμετέχουν στην απεργία, που είναι και η ουσία του «lock out». Οπως γράφεται στο υπόμνημα, το οποίο επικαλείται απόφαση του Αρείου Πάγου (1303/2004), «μια απεργία μπορεί να εξηγηθεί ως μια κατάσταση ανωτέρας βίας, κατά την οποία οι εργοδότες κατά περίπτωση απαλλάσσονται από την υποχρέωσή τους να καταβάλλουν μισθό σε εργαζόμενους που δεν απεργούν». Ενημερώνει μάλιστα το υπουργείο ότι «παρόμοιες διατάξεις ισχύουν στη Γαλλία, την Πολωνία και στην Ιταλία».

Τέλος, η κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι το «lock out» δεν είναι απαραίτητο, για τον επιπλέον λόγο ότι «ο αριθμός των απεργιών μειώνεται», παραθέτοντας μάλιστα και τα σχετικά αριθμητικά στοιχεία.

Ριζοσπάστης Παρασκευή 22 Ιούλη 2016

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου