Παρασκευή, 1 Ιουνίου 2018

Ιστορίες «δημοκρατίας»...


Η κατάσταση στην Ιταλία, όπου έχουμε πολλά ακόμα «επεισόδια» να δούμε, όπως και οι δηλώσεις τύπου Ετινγκερ - ενδεικτικές για το «ποιόν» της ΕΕ - ότι «οι αγορές θα μάθουν στους Ιταλούς να ψηφίζουν», αποτέλεσαν όπως αναμενόταν «πεδίον δόξης λαμπρόν» για να επανέλθουν τα ιδεολογήματα περί «ανάγκης εκδημοκρατισμού» της ιμπεριαλιστικής ένωσης. Πρώτος πρώτος βέβαια έσπευσε να υποστηρίξει το χρεοκοπημένο αυτό παραμύθι ο πρωθυπουργός, που από το βήμα του ΣΕΒ δήλωνε τις προάλλες ότι «η Ευρώπη οφείλει να κάνει βήματα. Και να κοιτάξει κατάματα το πρόβλημα. Να αντιμετωπίσει τη διάχυτη λαϊκή δυσαρέσκεια και την έλλειψη εμπιστοσύνης στους θεσμούς και τις προτεραιότητές της. Διαφορετικά η πολιτική της κρίση θα είναι αυτή που θα γεννά και θα ανατροφοδοτεί τις νέες οικονομικές της κρίσεις. Και όχι το ανάποδο. Και η οικονομική κρίση θα δώσει τη θέση της σε μια γενικευμένη κρίση του ευρωπαϊκού εγχειρήματος», προσθέτοντας ότι «η αποφυγή μιας τέτοιας προοπτικής είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την εμβάθυνση της δημοκρατίας», τη μείωση της λιτότητας κ.ο.κ.

... και απάτης
 
Πρόκειται για τη συμπύκνωση όλης της απάτης με την οποία χρόνια τώρα ποτίζουν τα λαϊκά στρώματα η κυβέρνηση και τα άλλα αστικά κόμματα. Τι να «πρωτοθαυμάσει» κανείς; Το αναποδογύρισμα της πραγματικότητας, όπου οι καπιταλιστικές κρίσεις, οι αγιάτρευτες αντιφάσεις και τα αδιέξοδα της καπιταλιστικής οικονομίας βαφτίζονται ζητήματα «λάθους διαχείρισης»; Την «αγωνία» για θωράκιση της ιμπεριαλιστικής ένωσης από τη λαϊκή δυσαρέσκεια και μαζί το «ξέπλυμα» του χαρακτήρα της, που τάχα μπορεί να αλλάξει και να πάψει να είναι ένωση του κεφαλαίου, να γίνει πιο «δημοκρατική»; Το ανακάτεμα της λαϊκής δυσαρέσκειας με τους αστικούς σχεδιασμούς, όπως είναι οι προσπάθειες αστικών τάξεων που έχασαν έδαφος τα χρόνια της κρίσης να «επαναδιαπραγματευτούν» με τους ανταγωνιστές τους; Οι εργαζόμενοι και ο λαός - που έχουν ακούσει ξανά το παραμύθι αυτό - διαθέτουν πλέον πείρα και πρέπει να την αξιοποιήσουν. Οχι παλεύοντας μάταια να εξανθρωπίσουν την ιμπεριαλιστική ένωση και το σάπιο καπιταλιστικό σύστημα, αλλά οργανώνοντας την πάλη τους ενάντια σε κεφάλαιο, κυβερνήσεις και ΕΕ.

Στο μυαλό του ΣΕΒ
 
Δεν πέρασαν λίγα 24ωρα από την επανεκλογή του Θ. Φέσσα στην ηγεσία του ΣΕΒ και ο ραδιοσταθμός του ΣΥΡΙΖΑ «Στο Κόκκινο», μία μόλις μέρα μετά από την πανεργατική απεργία, έσπευσε να του δώσει βήμα για να προβάλει τις αντεργατικές αξιώσεις της μεγαλοεργοδοσίας. Για τους μισθούς, είπε πως «δεν μπορεί να υπάρχουν τυφλές αυξήσεις, χωρίς καμία θεμελίωση και τεκμηρίωση», κάτι για το οποίο η κυβέρνηση ήδη έχει πάρει μέτρα, συστήνοντας επιτροπές «εμπειρογνωμόνων» που θα εισηγηθούν τις όποιες αυξήσεις στον κατώτερο μισθό (όταν και όπως γίνουν) με κριτήριο την ανταγωνιστικότητα και τις «αντοχές της οικονομίας». Ακούγοντας στη συνέχεια τον Θ. Φέσσα να λέει ότι «ο ΣΕΒ θα έχει σαν σημαία του το κατά πόσο αμείβεται η παραγωγικότητα της εργασίας αντίστοιχα με το αποτέλεσμα», νομίζει κανείς ότι η κυβέρνηση ...διαβάζει τη σκέψη του, όταν ισχυρίζεται ότι «ζούσαμε με περισσότερα απ' όσα αντέχαμε» και χαρακτηρίζει «παθογένειες» τα εργασιακά και άλλα δικαιώματα που σαρώθηκαν επί κρίσης. Τέλος, ο Θ. Φέσσας ξεκαθάρισε ότι ο ΣΕΒ τάσσεται κατά των Συλλογικών Συμβάσεων σε επίπεδο κλάδων, προκρίνοντας τις επιχειρησιακές, καθώς «θεωρεί ότι η επιχείρηση η ίδια μπορεί να διαπραγματευτεί με τους εργαζόμενους και να έχει μία σύμβαση που και να εξασφαλίζει καλά εισοδήματα στον εργαζόμενο και την επιχείρηση να είναι παραγωγική και ανταγωνιστική». Δυσκολευόμαστε να πιστέψουμε ότι η κυβέρνηση διαφωνεί και μ' αυτήν τη θέση. Αλλωστε, το «πόρισμα των ειδικών» για τα Εργασιακά, το οποίο υιοθετεί, περιλαμβάνει διατυπώσεις ίδιες με αυτές της μεγαλοεργοδοσίας.

Αφαίμαξη
 
Κατά 3,9 μονάδες του ΑΕΠ, δηλαδή πάνω από 7 δισ. ευρώ ετησίως, αποτιμά η ίδια η κυβέρνηση τις περικοπές στις συντάξεις που επέφεραν ο νόμος 4387/2016 (γνωστός ως νόμος Κατρούγκαλου) και οι νομοθετικές παρεμβάσεις που ακολούθησαν. Το αποκαλυπτικό αυτό στοιχείο καταγράφεται στο «αναπτυξιακό σχέδιο» που παρουσίασε η κυβέρνηση και κάνει σκόνη όλη την προπαγάνδα της και την προσπάθεια να συσκοτίσει την πραγματικότητα. Οπως χαρακτηριστικά σημειώνεται, οι δαπάνες για τις συντάξεις αναμένεται να μειωθούν από το 17,3% του ΑΕΠ το 2016, χρονιά που ψηφίστηκε ο νόμος - λαιμητόμος, στο 13,4% του ΑΕΠ το 2020, ενώ η μείωση θα συνεχιστεί και τα επόμενα χρόνια, απόδειξη ότι οι συντάξεις θα βρίσκονται διαρκώς στη μέγγενη των περικοπών. Μάλιστα, η κυβέρνηση φτάνει στο σημείο να κομπάζει για τις «επιτυχίες» της, δηλαδή για την τεράστια αφαίμαξη των συνταξιούχων, αναφέροντας στο ίδιο κείμενο ότι «από το 2025 και μετά, η κρατική χρηματοδότηση θα καλύπτει μόνο την εθνική σύνταξη (4,8% του ΑΕΠ) και δεν θα είναι απαραίτητη πρόσθετη χρηματοδότηση...», ενώ «οι εισφορές των εργαζομένων και των εργοδοτών (σ.σ. που προκύπτουν πάλι από τη δουλειά των εργαζομένων) θα αντιπροσωπεύουν σχεδόν όλες τις εισφορές του συστήματος από το 2026 και μετά». Με άλλα λόγια, πάνω από 7 δισ. ευρώ θα αρπάζει κάθε χρόνο η κυβέρνηση από ασφαλισμένους και συνταξιούχους, για να «ταΐσει» την ανάπτυξη για τους μονοπωλιακούς ομίλους, ενώ το βάρος της χρηματοδότησης από εδώ και πέρα πέφτει αποκλειστικά στις πλάτες των ασφαλισμένων. Μετά απ' αυτά, πώς να μην αποσπάσει τα εύσημα εργοδοσίας και Ευρωπαίων «εταίρων» ο αναπτυξιακός της σχεδιασμός;





Ριζοσπάστης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου