Τρίτη, 28 Αυγούστου 2018

ΒΟΗΘΕΙΑ! Έρχονται οι ΕΠΕΝΔΥΣΕΙΣ και η ΑΝΑΠΤΥΞΗ




Η ανά­πτυ­ξη της Ελ­λη­νι­κής οι­κο­νο­μί­ας είναι προ των πυλών.
Αλή­θεια με ποιόν τρόπο μπο­ρεί να έρθει η ανά­πτυ­ξη; Ποιοι είναι οι μη­χα­νι­σμοί της; Γιατί δεν μπο­ρού­με να την έχου­με συ­νε­χώς; Και τε­λι­κά, εί­μα­στε σί­γου­ροι ότι την θέ­λου­με;

Σε προη­γού­με­νο άρθρο  εί­χα­με μι­λή­σει για την κρίση. Στο άρθρο εκεί­νο λέ­γα­με ότι Κρίση και Ανά­πτυ­ξη είναι οι δύο πλευ­ρές του ίδιου νο­μί­σμα­τος και ότι η μία φάση στον οι­κο­νο­μι­κό κύκλο, ακο­λου­θεί υπο­χρε­ω­τι­κά την άλλη (πράγ­μα που το πα­ρα­δέ­χο­νται όλοι οι αστοί οι­κο­νο­μο­λό­γοι). Μά­λι­στα εί­χα­με απο­δεί­ξει ότι η Υπε­ρα­ξία η οποία πα­ρα­μέ­νει στα χέρια των κα­πι­τα­λι­στών, είναι και η αιτία για να μειω­θεί η ζή­τη­ση των αγα­θών που πα­ρά­γει η οι­κο­νο­μία, και στο τέλος να μπού­με στην φάση της οι­κο­νο­μι­κής κα­πι­τα­λι­στι­κής κρί­σης.

Στο άρθρο αυτό θα δούμε, το πώς λει­τουρ­γεί η Ανά­πτυ­ξη και συ­γκε­κρι­μέ­να η δια­δι­κα­σία της κα­πι­τα­λι­στι­κής πα­ρα­γω­γής, η οποία ανα­γκα­στι­κά και νο­μο­τε­λεια­κά θα οδη­γή­σει σε κρίση.


Θα πρέ­πει να θυ­μί­σου­με ότι, Οι­κο­νο­μι­κή Κρίση είναι η μεί­ω­ση της πα­ρα­γω­γής από τους επι­χει­ρη­μα­τί­ες-κα­πι­τα­λι­στές (τους ιδιο­κτή­τες των μέσων πα­ρα­γω­γής) επει­δή δεν μπο­ρούν να που­λή­σουν την πα­ρα­γω­γή τους, ενώ Οι­κο­νο­μι­κή Ανά­πτυ­ξη είναι η επεν­δύ­σεις και η αύ­ξη­ση της πα­ρα­γω­γής. Επί­σης θα πρέ­πει να λά­βου­με υπόψη μας ότι μόνο στον κα­πι­τα­λι­στι­κό τρόπο πα­ρα­γω­γής δη­μιουρ­γού­νται οι­κο­νο­μι­κές κρί­σεις και σε κα­νέ­να άλλο οι­κο­νο­μι­κό σύ­στη­μα. Οι­κο­νο­μι­κές Κρί­σεις δεν εί­χα­με ούτε στο Δου­λο­κτη­τι­κό, ούτε στο Φε­ου­δαρ­χι­κό, αλλά ούτε και στο Σο­σια­λι­στι­κό σύ­στη­μα που γνω­ρί­σα­με. Γιατί όμως δεν εί­χα­με σε αυτά τα συ­στή­μα­τα; Ας το εξε­τά­σου­με.

Κατά αρχής στο Σο­σια­λι­σμό δεν μπο­ρεί να υπάρ­ξει Οι­κο­νο­μι­κή Κρίση (δη­λα­δή να μειώ­νε­ται η πα­ρα­γω­γή λόγω αδυ­να­μί­ας διά­θε­σης των προ­ϊ­ό­ντων) επει­δή υπάρ­χει κε­ντρι­κός σχε­δια­σμός όπου προ­γραμ­μα­τί­ζε­ται η πα­ρα­γω­γή βάσει των κα­τα­με­τρη­μέ­νων ανα­γκών. Επί­σης τα αγαθά που πα­ρά­γο­νται ΔΕΝ είναι εμπο­ρεύ­μα­τα, δη­λα­δή δεν προ­ο­ρί­ζο­νται για πώ­λη­ση, αλλά είναι αγαθά για χρήση και τα οποία προ­ο­ρί­ζο­νται για δια­νο­μή στο λαό. Στο Σο­σια­λι­σμό υπάρ­χει συ­νε­χής ανά­γκη για αύ­ξη­ση της πα­ρα­γω­γής (για να ικα­νο­ποι­η­θούν οι συ­νε­χώς διευ­ρυ­νό­με­νες ανά­γκες των πο­λι­τών) και συ­νε­πώς μόνο με αυτό το σύ­στη­μα υπάρ­χει δυ­να­τό­τη­τα συ­νε­χούς οι­κο­νο­μι­κής ανά­πτυ­ξης! (Για αυτό στο Σο­σια­λι­σμό δεν υπάρ­χει και ανερ­γία).

Στο Δου­λο­κτη­τι­κό και στο Φε­ου­δαρ­χι­κό σύ­στη­μα έχου­με Απλή Εμπο­ρευ­μα­τι­κή Πα­ρα­γω­γή αγα­θών. Δη­λα­δή οι πα­ρα­γω­γοί προ­σπα­θούν να πα­ρά­γουν αγαθά, από τα οποία με­ρι­κά θα κα­τα­να­λώ­σουν οι ίδιοι, ενώ όσα πε­ρισ­σέ­ψουν, θα τα ανταλ­λά­ξουν (σαν εμπο­ρεύ­μα­τα) με αγαθά που πα­ρά­γουν άλλοι πα­ρα­γω­γοί. Ακόμα και στην πε­ρί­πτω­ση όπου όλη η πα­ρα­γω­γή του κάθε με­μο­νω­μέ­νου πα­ρα­γω­γού είναι εμπό­ρευ­μα (δη­λα­δή προ­ο­ρί­ζε­ται να πάει στην αγορά για ανταλ­λα­γή), ακόμα και τότε μι­λά­με για απλή εμπο­ρευ­μα­τι­κή πα­ρα­γω­γή (ΑΕΠ). Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό γνώ­ρι­σμα της ΑΕΠ είναι ότι τα πα­ρα­γό­με­να αγαθά προ­ο­ρί­ζο­νται για την ικα­νο­ποί­η­ση των ανα­γκών του πα­ρα­γω­γού, προ­ο­ρί­ζο­νται για κα­τα­νά­λω­ση και όχι για δη­μιουρ­γία πε­ριου­σί­ας και θη­σαυ­ρού. Για πα­ρά­δειγ­μα ο σι­δε­ράς φτιά­χνει πέ­τα­λα και με­ντε­σέ­δες για να τα πάει στην αγορά και να τα ανταλ­λά­ξει με τρό­φι­μα, ρούχα και άλλα αγαθά (που δεν μπο­ρεί ή δεν προ­λα­βαί­νει να φτιά­ξει ο ίδιος), τα οποία θα τα κα­τα­να­λώ­σει.

Ακόμα και σή­με­ρα, ο μι­κρο­α­γρό­της που πα­ρά­γει καρ­πού­ζια ή κα­λα­μπό­κι, θα χρη­σι­μο­ποι­ή­σει ένα μικρό μέρος της πα­ρα­γω­γής του για να το κα­τα­να­λώ­σει ο ίδιος και το υπό­λοι­πο θα το πάει στην αγορά για να το ανταλ­λά­ξει με άλλα αγαθά, τα οποία και πάλι θα τα κα­τα­να­λώ­σει αυτός και η οι­κο­γέ­νειά του.

Πα­ρα­τη­ρεί­στε ότι στην πε­ρί­πτω­ση της ΑΕΠ (μι­λά­με για την εποχή της Δου­λο­κτη­σί­ας και της Φε­ου­δαρ­χί­ας), δεν υπάρ­χουν πε­ρι­θώ­ρια για οι­κο­νο­μι­κές κρί­σεις. Δεν υπάρ­χει πε­ρί­πτω­ση οι πα­ρα­γω­γοί να μην μπο­ρούν να δια­θέ­σουν τα προ­ϊ­ό­ντα τους και έτσι να στα­μα­τή­σουν την πα­ρα­γω­γή. Ακόμα κι αν σε με­ρι­κούς από αυ­τούς συμ­βεί κάτι τέ­τοιο, αμέ­σως οι συ­γκε­κρι­μέ­νοι πα­ρα­γω­γοί θα στρα­φούν σε άλλον τομέα και θα αρ­χί­σουν να πα­ρά­γουν κά­ποιο άλλο είδος και έτσι ποτέ ολό­κλη­ρη η οι­κο­νο­μία δεν θα μπει σε Κρίση.

Αν θέ­λα­με να εμ­φα­νί­σου­με την δια­δι­κα­σία της ανταλ­λα­γής στην αγορά με σύμ­βο­λα, θα μπο­ρού­σα­με να το γρά­ψου­με ως εξής: { Ε = Ε }.
Δη­λα­δή το εμπό­ρευ­μα που δίνει ο πα­ρα­γω­γός στην αγορά, ισού­ται με το εμπό­ρευ­μα ή τα εμπο­ρεύ­μα­τα, που παίρ­νει.

Από την εποχή όπου εμ­φα­νί­στη­κε η ανταλ­λα­γή των πλε­ο­να­σμά­των που είχε η κοι­νω­νία ή ο κάθε πα­ρα­γω­γός, εμ­φα­νί­σθη­κε και η ανά­γκη για να βρε­θεί κι ένα αγαθό το οποίο θα το δε­χό­ντου­σαν όλοι και θα με­σο­λα­βού­σε ανά­με­σα στις ανταλ­λα­γές. Γιατί ήταν δύ­σκο­λο να βρει ο κάθε πα­ρα­γω­γός τον αντί­στοι­χο πα­ρα­γω­γό που να χρειά­ζε­ται το δικό του αγαθό. Δη­λα­δή ο τσα­γκά­ρης που χρεια­ζό­ταν καρ­φιά, δυ­σκο­λευό­ταν να βρει τον σι­δε­ρά που θα είχε ανά­γκη πα­πού­τσια για να κά­νουν ανταλ­λα­γή. Έτσι, με τον καιρό, βρέ­θη­καν εμπο­ρεύ­μα­τα που τα δε­χό­ντου­σαν όλοι στις ανταλ­λα­γές, όπως ήταν το αλάτι, τα κα­τσί­κια κλπ. Μετά από χι­λιά­δες χρό­νια ανταλ­λα­γών, τα με­ταλ­λι­κά εμπο­ρεύ­μα­τα (ασήμι, χρυ­σός) έγι­ναν το γε­νι­κό ισο­δύ­να­μο στις ανταλ­λα­γές και έτσι στα­δια­κά εμ­φα­νί­σθη­κε το χρήμα.

Με την εμ­φά­νι­ση του χρή­μα­τος, η ανταλ­λα­γή των αγα­θών στην αγορά άλ­λα­ξε και ο τύπος που γρά­ψα­με πα­ρα­πά­νω, έγινε ως εξής:
{ Ε = Χ = Ε }.
(Εμπό­ρευ­μα = Χρήμα = Εμπό­ρευ­μα).
Η δια­δι­κα­σία της ανταλ­λα­γής χω­ρί­σθη­κε σε δύο τμή­μα­τα, στην αγορά και την πώ­λη­ση. Στην πώ­λη­ση ο πα­ρα­γω­γός που­λά­ει τα αγαθά του και παίρ­νει το χρήμα {Ε = Χ } και στη συ­νέ­χεια με το χρήμα στο χέρι πη­γαί­νει στην αγορά και αγο­ρά­ζει αυτά που θέλει { Χ = Ε }.

Και στην πε­ρί­πτω­ση αυτή, το αρ­χι­κό εμπό­ρευ­μα που πού­λη­σε ο πα­ρα­γω­γός, ισού­ται με το τε­λι­κό εμπό­ρευ­μα που απέ­κτη­σε κατά την αγορά. Δεν έχει ση­μα­σία εάν ο πω­λη­τής κρα­τή­σει τα χρή­μα­τα για με­ρι­κές μέρες ή μήνες στο σπίτι του και πάει αρ­γό­τε­ρα να κάνει τις αγο­ρές του. Το ζή­τη­μα είναι ότι όταν πραγ­μα­το­ποι­ή­σει τε­λι­κά τις αγο­ρές του, θα έχει ανταλ­λά­ξει την αρ­χι­κή πο­σό­τη­τα εμπο­ρευ­μά­των που κα­τεί­χε με άλλα εμπο­ρεύ­μα­τα ίσης αξίας.

Επο­μέ­νως, στην Απλή Εμπο­ρευ­μα­τι­κή Πα­ρα­γω­γή, το αρ­χι­κό εμπό­ρευ­μα που που­λά­ει ο πα­ρα­γω­γός, ισού­ται με τον τε­λι­κό εμπό­ρευ­μα που αγο­ρά­ζει. Είναι ση­μα­ντι­κό να ση­μειώ­σου­με ότι στην πε­ρί­πτω­ση της ΑΕΠ το χρήμα είναι απλά ένα μέσο που βοη­θά­ει την κυ­κλο­φο­ρία των εμπο­ρευ­μά­των.
Εμπό­ρευ­μα => Χρήμα => Εμπό­ρευ­μα
{ Ε => Χ => Ε }

Τι δια­φο­ρε­τι­κό συμ­βαί­νει όμως στον κα­πι­τα­λι­σμό; Αφού κι εδώ, εμπο­ρεύ­μα­τα που­λά­με και εμπο­ρεύ­μα­τα αγο­ρά­ζου­με. Τι στο καλό συμ­βαί­νει και η Ανά­πτυ­ξη κα­τα­λή­γει σε Οι­κο­νο­μι­κή Κρίση;

Θ α πρέ­πει να πούμε από την αρχή ότι ο κα­πι­τα­λι­σμός χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται από την ΑΝΕ­ΠΤΥΓ­ΜΕ­ΝΗ ΕΜΠΟ­ΡΕΥ­ΜΑ­ΤΙ­ΚΗ ΠΑ­ΡΑ­ΓΩ­ΓΗ. Βέ­βαια συ­νυ­πάρ­χει και κά­ποιο είδος Απλής Εμπο­ρευ­μα­τι­κής Πα­ρα­γω­γής , η οποία όμως επι­σκιά­ζε­ται από την Κα­πι­τα­λι­στι­κή Πα­ρα­γω­γή, που είναι ασύ­γκρι­τα με­γα­λύ­τε­ρη. Έτσι, όταν επέρ­χε­ται η κα­πι­τα­λι­στι­κή οι­κο­νο­μι­κή κρίση, συ­μπα­ρα­σύ­ρει μαζί της και τους μι­κρούς πα­ρα­γω­γούς που κά­νουν κά­ποια μικρή εμπο­ρευ­μα­τι­κή πα­ρα­γω­γή (μι­κρούς βιο­τέ­χνες, μι­κρο­α­γρό­τες, μι­κρο­ε­παγ­γελ­μα­τί­ες κλπ.).

Επί­σης στον Κα­πι­τα­λι­σμό, η με­γα­λύ­τε­ρη πλειο­ψη­φία των πα­ρα­γω­γών δεν έχουν δικά τους μέσα πα­ρα­γω­γής, αλλά είναι ερ­γά­τες και υπάλ­λη­λοι, ανα­γκα­σμέ­νοι να που­λά­νε το μο­να­δι­κό εμπό­ρευ­μα που έχουν (την ερ­γα­τι­κή τους δύ­να­μη) στους κε­φα­λαιού­χους, τους κα­πι­τα­λι­στές.

Το χρήμα από μόνο του ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΚΕ­ΦΑ­ΛΑΙΟ. Τα χρή­μα­τα που έχει κά­ποιος στο σε­ντού­κι του ή στο χρη­μα­το­κι­βώ­τιο δεν είναι κε­φά­λαιο. Θα γίνει κε­φά­λαιο, μόνο όταν θα μπει στην δια­δι­κα­σία της πα­ρα­γω­γής με σκοπό να αυ­ξη­θεί και να απο­φέ­ρει πε­ρισ­σό­τε­ρο χρήμα στον κά­το­χό του.

Ο κα­πι­τα­λι­στής απο­φα­σί­ζει να χρη­σι­μο­ποι­ή­σει το χρήμα σαν κε­φά­λαιο με μο­να­δι­κό σκοπό να το αυ­ξή­σει. Για το λόγο αυτό θα κάνει μια επέν­δυ­ση και θα αρ­χί­σει την πα­ρα­γω­γή αγα­θών, τα οποία στη συ­νέ­χεια θα τα που­λή­σει σε με­γα­λύ­τε­ρη τιμή (ει­σπράτ­το­ντας χρήμα) και έτσι θα αυ­ξή­σει το αρ­χι­κό του κε­φά­λαιό.
Ας υπο­θέ­σου­με ότι ο κα­πι­τα­λι­στής μας, επεν­δύ­ει στην πα­ρα­γω­γή επί­πλων. Με το χρήμα που δια­θέ­τει και το βάζει στην επι­χεί­ρη­ση ως κε­φά­λαιο, θα αγο­ρά­σει ξυ­λεία, χρώ­μα­τα, μη­χα­νή­μα­τα, κτή­ρια, ερ­γα­λεία, ηλε­κτρι­κή ενέρ­γεια, με­τα­φο­ρι­κά μέσα κλπ. Με άλλα λόγια θα με­τα­τρέ­ψει το χρήμα που δια­θέ­τει σε εμπο­ρεύ­μα­τα. Επί­σης με το χρήμα θα αγο­ρά­σει ένα επι­πλέ­ον εμπό­ρευ­μα, την ερ­γα­τι­κή δύ­να­μη που κα­τέ­χουν οι ερ­γά­τες (χει­ρι­στές μη­χα­νών, οδη­γοί, λο­γι­στές, διευ­θυ­ντές, κα­θα­ρί­στριες, πω­λη­τές κλπ).

Με άλλα λόγια, ο κα­πι­τα­λι­στής με­τέ­τρε­ψε το χρήμα σε εμπο­ρεύ­μα­τα.
Ισχύ­ει λοι­πόν ο τύπος { Χ = Ε }
(Χρήμα ίσον με Εμπό­ρευ­μα).
Στη συ­νέ­χεια, αφού οι ερ­γά­τες επε­ξερ­γα­σθούν με τα μη­χα­νή­μα­τα και τα ερ­γα­λεία τις πρώ­τες ύλες που έχουν, θα ετοι­μά­σουν τα νέα εμπο­ρεύ­μα­τα (τα έπι­πλα) στα οποία θα βρί­σκε­ται εν­σω­μα­τω­μέ­νη η ερ­γα­σία που πρό­σθε­σαν οι ερ­γά­τες με την ερ­γα­τι­κή τους δύ­να­μη.
Τα νέα εμπο­ρεύ­μα­τα θα τα που­λή­σει ο κα­πι­τα­λι­στής στην αγορά και θα τα με­τα­τρέ­ψει ξανά σε χρήμα.
Θα ισχύ­ει λοι­πόν ο τύπος { Ε = Χ }
(Εμπο­ρεύ­μα­τα ίσον με Χρήμα).

Για να σκε­φτού­με όμως. Ο κα­πι­τα­λι­στής έβαλε χρήμα Χ και κα­τέ­λη­ξε να ξα­να­πά­ρει χρήμα Χ. Αυτό όμως έρ­χε­ται σε αντί­θε­ση με τον αρ­χι­κό του σκοπό που ήταν το κέρ­δος. Εάν το χρήμα που έβαλε είναι το ίδιο με αυτό που πήρε, τότε δεν είχε νόημα να δη­μιουρ­γή­σει αυτή την επι­χεί­ρη­ση επί­πλων, αφού ο σκο­πός του εξ αρχής ήταν να αυ­ξή­σει τα χρή­μα­τά του. Συ­νε­πώς κα­τα­λα­βαί­νου­με ότι το τε­λι­κό χρήμα Χ που ει­σέ­πρα­ξε, θα είναι αυ­ξη­μέ­νο σε σχέση με το αρ­χι­κό χρήμα. Θα πρέ­πει λοι­πόν να το ονο­μά­σου­με κάπως δια­φο­ρε­τι­κά για να ξε­χω­ρί­ζει από το αρ­χι­κό χρήμα. Ας του βά­λου­με έναν τόνο για να το δια­κρί­νου­με και να το ονο­μά­σου­με {Χ’}.

Οι δύο ισό­τη­τες λοι­πόν που ισχύ­ουν στην πε­ρί­πτω­ση της κα­πι­τα­λι­στι­κής πα­ρα­γω­γής θα γί­νουν ως εξής:
{ Χ = Ε } στην αρ­χι­κή φάση και
{ Ε = Χ’ } στην τε­λι­κή φάση.

Όμως πάλι κάτι δεν πάει καλά με τις ισό­τη­τές μας. Δεν μπο­ρεί το εμπό­ρευ­μα { Ε } να είναι ίσο και με το αρ­χι­κό { Χ } και με το αυ­ξη­μέ­νο { Χ’ }. Λο­γι­κά, για να ισχύ­ουν οι ισό­τη­τες, αφού το χρήμα στην δεύ­τε­ρη πε­ρί­πτω­ση είναι αυ­ξη­μέ­νο, ανα­γκα­στι­κά και η αξία των εμπο­ρευ­μά­των θα είναι αυ­ξη­μέ­νη. Την αυ­ξη­μέ­νη αξία εμπο­ρευ­μά­των της βά­ζου­με έναν τόνο και θα την ονο­μά­σου­με { Ε’ }.
Οι τε­λι­κές μας λοι­πόν ισό­τη­τες παίρ­νουν ορι­στι­κά την πα­ρα­κά­τω μορφή:
{ Χ = Ε } ο κα­πι­τα­λι­στής έκανε το χρήμα εμπο­ρεύ­μα­τα, στην αρ­χι­κή φάση και
{ Ε’ – Χ’ } ο κα­πι­τα­λι­στής έκανε τα εμπο­ρεύ­μα­τα χρήμα, στην τε­λι­κή φάση
Ο κα­πι­τα­λι­στής μας λοι­πόν, έβαλε χρήμα (ας υπο­θέ­σου­με 1.000.000 ευρώ), κι αγό­ρα­σε εμπο­ρεύ­μα­τα και την ερ­γα­τι­κή δύ­να­μη των υπαλ­λή­λων του. Οι ερ­γά­τες, αφού πλη­ρώ­θη­καν την αξία της ερ­γα­τι­κής τους δύ­να­μης, δου­λεύ­ο­ντας για τον κε­φα­λαιού­χο, δη­μιούρ­γη­σαν τα νέα εμπο­ρεύ­μα­τα, τα οποία είχαν με­γα­λύ­τε­ρη αξία από τα αρ­χι­κά εμπο­ρεύ­μα­τα (ας υπο­θέ­σου­με 1.200.000 ευρώ). Αυτά στη συ­νέ­χεια που­λή­θη­καν στην αγορά στην αξία τους για 1.200.000 ευρώ και ο κα­πι­τα­λι­στής έβαλε στην τσέπη του, πε­ρισ­σό­τε­ρο χρήμα από το αρ­χι­κό. Αυτό το πε­ρισ­σό­τε­ρο χρήμα (το «κέρ­δος» των 200.000 ευρώ) είναι ίσο με την δια­φο­ρά που έχει η αξία των τε­λι­κών εμπο­ρευ­μά­των με την αξία των αρ­χι­κών εμπο­ρευ­μά­των.

Μα πώς είναι δυ­να­τόν να αυ­ξη­θεί το χρήμα; Αφού ο κα­πι­τα­λι­στής αγό­ρα­σε όλα τα εμπο­ρεύ­μα­τα (μαζί και το εμπό­ρευ­μα ερ­γα­τι­κή δύ­να­μη) ακρι­βώς στην αξία τους και στο τέλος πού­λη­σε τα και­νούρ­για εμπο­ρεύ­μα­τα, πάλι στην αξία τους. Σε ποιο ση­μείο της δια­δι­κα­σί­ας βρέ­θη­κε αυτή η πρό­σθε­τη αξία (π.χ. των 200.000 ευρώ);
Η πρό­σθε­τη αξία δη­μιουρ­γή­θη­κε στην σφαί­ρα της πα­ρα­γω­γής. Δη­λα­δή στο ση­μείο που πα­ρεμ­βάλ­λε­ται με­τα­ξύ της αρ­χι­κής αγο­ράς των εμπο­ρευ­μά­των από τον κα­πι­τα­λι­στή και στην τε­λι­κή πώ­λη­ση των και­νούρ­γιων εμπο­ρευ­μά­των.
Οι ερ­γά­τες, οι υπάλ­λη­λοι, πλη­ρώ­θη­καν για την ερ­γα­τι­κή δύ­να­μη που πού­λη­σαν στον κα­πι­τα­λι­στή, αλλά τα εμπο­ρεύ­μα­τα που πα­ρή­γα­γαν είχαν με­γα­λύ­τε­ρη αξία από αυτήν που πλη­ρώ­θη­καν. Εάν για πα­ρά­δειγ­μα οι μι­σθοί όλων των αρ­γα­τών ήταν 300.000 ευρώ, τότε η αξία που πρό­σθε­σαν με την ερ­γα­σία τους στα και­νούρ­για εμπο­ρεύ­μα­τα ήταν 500.000 ευρώ. Οι ερ­γα­ζό­με­νοι δεν πλη­ρώ­θη­καν για την ερ­γα­σία των 500.000 ευρώ, αλλά για την ερ­γα­τι­κή δύ­να­μη 300.000 ευρώ, που πού­λη­σαν στον ερ­γο­δό­τη. Η δια­φο­ρά των 200.000 ευρώ απο­τε­λεί την Υπε­ρα­ξία, (το «κέρ­δος») την οποία ο κα­πι­τα­λι­στής κλέ­βει από τον ιδρώ­τα των ερ­γα­τών του.

Η δια­φο­ρά με­τα­ξύ της Απλής Εμπο­ρευ­μα­τι­κής Πα­ρα­γω­γής και της Κα­πι­τα­λι­στι­κής Πα­ρα­γω­γής είναι ότι, στην πρώτη πε­ρί­πτω­ση οι πα­ρα­γω­γοί πα­ρά­γουν στα δικά τους ερ­γα­στή­ριά εμπο­ρεύ­μα­τα τα οποία είναι δικά τους και τα που­λά­νε οι ίδιοι στην αγορά, ενώ στην δεύ­τε­ρη πε­ρί­πτω­ση οι πα­ρα­γω­γοί δεν κα­τέ­χουν τα ερ­γο­στά­σια και είναι ανα­γκα­σμέ­νοι να ερ­γά­ζο­νται και να πα­ρά­γουν στις επι­χει­ρή­σεις των κα­πι­τα­λι­στών. Έτσι στον κα­πι­τα­λι­σμό οι ερ­γά­τες είναι ανα­γκα­σμέ­νοι να «χα­ρί­ζουν» ένα μέρος της πα­ρα­γω­γής τους στα αφε­ντι­κά.

Στον κα­πι­τα­λι­στι­κό τρόπο πα­ρα­γω­γής η μορφή της πα­ρα­γω­γής αλ­λά­ζει και γί­νε­ται:
ΧΡΗΜΑ => ΕΜΠΟ­ΡΕΥ­ΜΑ => ΧΡΗΜΑ αυ­ξη­μέ­νο,
{ Χ => Ε => Χ’ }
Το χρήμα μπαί­νει στην πα­ρα­γω­γή ως κε­φά­λαιο και με­τα­τρέ­πε­ται σε εμπό­ρευ­μα με μο­να­δι­κό σκοπό να αυ­ξη­θεί. Δη­λα­δή στην αρχή ο κα­πι­τα­λι­στής ρί­χνει χρήμα στην αγορά και κάνει επεν­δύ­σεις, με μο­να­δι­κό σκοπό, στο τέλος της δια­δι­κα­σί­ας να ΑΠΟ­ΣΥ­ΡΕΙ από την αγορά πε­ρισ­σό­τε­ρο χρήμα!

Ενώ στην ΑΕΠ το χρήμα έπαι­ζε απλά με­σο­λα­βη­τι­κό ρόλο στην κυ­κλο­φο­ρία των εμπο­ρευ­μά­των, στην κα­πι­τα­λι­στι­κή πα­ρα­γω­γή, η αύ­ξη­ση του χρή­μα­τος γί­νε­ται αυ­το­σκο­πός και σε πε­ρί­πτω­ση που δεν μπο­ρεί να το κα­τα­φέ­ρει αυτό, απλά ο κα­πι­τα­λι­στής στα­μα­τά­ει την δια­δι­κα­σία της πα­ρα­γω­γής.

Ας δούμε όμως τι ση­μαί­νουν όλα αυτά στην πράξη. Να δούμε πώς μπο­ρεί να επη­ρε­ά­ζουν την Ελ­λη­νι­κή οι­κο­νο­μία στην ση­με­ρι­νή συ­γκυ­ρία.
Η κυ­βέρ­νη­σή μας (αλλά και οι προη­γού­με­νες ή και οι επό­με­νες) για να μπο­ρέ­σουν να ανα­πτύ­ξουν την οι­κο­νο­μία (δη­λα­δή για να αυ­ξή­σουν την πα­ρα­γω­γή) προ­σπα­θούν με κάθε τρόπο να προ­σελ­κύ­σουν επεν­δυ­τές οι οποί­οι θα φέ­ρουν κε­φά­λαια να τα επεν­δύ­σουν στην Ελ­λά­δα. Αυτό, με μια πρώτη ματιά, φαί­νε­ται καλό και συ­νε­τό. Ας δούμε όμως το πώς θα λει­τουρ­γή­σει.

Ας υπο­θέ­σου­με ότι ένας επεν­δυ­τής (Έλ­λη­νας ή αλ­λο­δα­πός) επεν­δύ­ει στον τομέα των κα­τα­σκευών και ρί­χνει στην αγορά ένα κε­φά­λαιο των 5.​000.​000.​000 ευρώ (πέντε δις). Όπως είναι φυ­σι­κό, αφού ει­σήλ­θε στην αγορά «φρέ­σκο» χρήμα, ολό­κλη­ρη η αγορά θα «κι­νη­θεί». Θα δου­λέ­ψουν ένα σωρό επι­χει­ρή­σεις και θα βρουν δου­λειά χι­λιά­δες άν­θρω­ποι (λα­το­μεία, τσι­με­ντά­δι­κα, μπε­το­νιέ­ρες, μη­χα­νι­κοί, ηλε­κτρο­λό­γοι, χτί­στες, μπε­τα­τζή­δες, λο­γι­στές κλπ).
 
Ο επεν­δυ­τής όμως έριξε το χρήμα του (το κε­φά­λαιό του) στην αγορά, με σκοπό να το πάρει πίσω αυ­ξη­μέ­νο. Μετά από ένα διά­στη­μα, ας πούμε πέντε χρό­νια, θα πρέ­πει να έχει βγά­λει, όχι μόνο το αρ­χι­κό κε­φά­λαιο των 5 δις, αλλά και κέρ­δος. Ας υπο­θέ­σου­με ότι το κέρ­δος του θα είναι 1.​000.​000.​000 ευρώ (ένα δις). Δη­λα­δή μέσα σε πέντε χρό­νια ο επεν­δυ­τής θα ΑΠΟ­ΣΥ­ΡΕΙ από την Ελ­λη­νι­κή Οι­κο­νο­μία 6.​000.​000.​000 ευρώ (έξη δις). Συ­νε­πώς η οι­κο­νο­μία θα βρε­θεί με λι­γό­τε­ρα κε­φά­λαια και σε χει­ρό­τε­ρη θέση από ότι ήταν πριν την επέν­δυ­ση. Όσα χρή­μα­τα και να ρί­ξουν οι επεν­δυ­τές στην οι­κο­νο­μία, στο τέλος θα απο­σύ­ρουν πε­ρισ­σό­τε­ρα από αυτήν. Για ένα μικρό διά­στη­μα μετά από κάθε επέν­δυ­ση, δη­μιουρ­γεί­ται ένα κά­ποιο θε­τι­κό κλίμα στην οι­κο­νο­μία, στη συ­νέ­χεια όμως αυτό αντι­στρέ­φε­ται και η κα­τά­στα­ση γί­νε­ται χει­ρό­τε­ρη.

Αυτός ήταν και ο λόγος για τον οποίο, παρά την με­γά­λη οι­κο­νο­μι­κή ανά­πτυ­ξη που εί­χα­με στην Ελ­λά­δα επί μια δε­κα­ε­τία, στο τέλος βρε­θή­κα­με το 2009 να αντι­με­τω­πί­ζει η χώρα την με­γα­λύ­τε­ρη οι­κο­νο­μι­κή κρίση που γνώ­ρι­σε τα τε­λευ­ταία 40 χρό­νια.

ΑΝΑ­ΠΤΥ­ΞΗ στον ΚΑ­ΠΙ­ΤΑ­ΛΙ­ΣΜΟ, ση­μαί­νει κρί­σεις και δυ­στυ­χία για το λαό.
 
Τε­λι­κά μήπως πρέ­πει να φο­βό­μα­στε τις κα­πι­τα­λι­στι­κές επεν­δύ­σεις;
Μήπως ήρθε ο και­ρός να σκε­φτού­με σο­βα­ρά την πε­ρί­πτω­ση της ορ­γά­νω­σης της Οι­κο­νο­μί­ας σε Σο­σια­λι­στι­κή βάση;

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου