Δευτέρα 18 Μαΐου 2026

Από τις ψευδαισθήσεις του ’90 στη δυστοπία του σήμερα και το καθήκον των λαών

 

 

Οι πρόσφατες εξελίξεις έφεραν στο μυαλό τις συνεχείς αντιεπιστημονικές αναγνώσεις που μας πλασάρουν κατά καιρούς διάφοροι απολογητές του συστήματος που επιμένουν να αγνοούν προκλητικά τα διδάγματα της ιστορίας (κυρίως από τους δύο Παγκόσμιους Πολέμους) ότι αυτό που ξεκινάει πάντα ως «οικονομικός ανταγωνισμός», εμπορικός, τεχνολογικός κλπ., εξελίσσεται σε κάποια πορεία σε πολεμικό ανταγωνισμό, στο ποιος, ποιον για την παγκόσμια κυριαρχία. Αυτή είναι η φύση του ιμπεριαλισμού.

Αυτό ακριβώς συνέβη και στις αρχές της δεκαετίας του 1990, η ανατροπή της λαϊκής εξουσίας στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης και στην ΕΣΣΔ γέννησε στη Δύση μια μέθη από την «πολιτική της νίκης» και πίστεψε ότι η ιστορία είχε φτάσει στο τέλος της και ότι οι μελλοντικοί πόλεμοι θα διεξάγονταν αποκλειστικά με οικονομικούς όρους. Εμβληματικά έργα της εποχής (όπως το βιβλίο «Ο επερχόμενος οικονομικός πόλεμος μεταξύ Ιαπωνίας, Ευρώπης και Αμερικής» του Λέστερ Θάροου, που κυκλοφόρησε το 1995 από τον εκδοτικό οίκο «Α. Α. Λιβάνη») αποτύπωναν με χαρακτηριστικό τρόπο αυτή την προσδοκία, ότι δηλαδή η παγκόσμια κυριαρχία δεν θα κρίνονταν πλέον στα πεδία των μαχών, αλλά στα εργαστήρια της «Silicon Valley», στα εργοστάσια της Ιαπωνίας και στις εμπορικές συμφωνίες της νεοσύστατης Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το δόγμα της παγκοσμιοποίησης υποσχόταν ότι η οικονομική αλληλεξάρτηση θα καθιστούσε τις στρατιωτικές συγκρούσεις παρωχημένες και ασύμφορες.

Τρεις δεκαετίες αργότερα, το ιστορικό εκκρεμές επέστρεψε βίαια στην άλλη πλευρά, διαλύοντας κάθε ψευδαίσθηση. Ο κόσμος του 2026 δεν θυμίζει σε τίποτα τον «πολιτισμένο» ανταγωνισμό παραγωγικότητας, που οραματίζονταν οι αστοί οικονομολόγοι του ’90. Αντίθετα, βρισκόμαστε στη μέση μιας βαθιά μεταβατικής περιόδου, όπου η σκληρή γεωπολιτική αναμέτρηση, οι ωμές στρατιωτικές επεμβάσεις και ο κυνικός ιμπεριαλιστικός ανταγωνισμός έχουν επιστρέψει ως οι κύριοι ρυθμιστές της διεθνούς σκηνής. Σε αυτή την παγκόσμια αναμέτρηση των μεγάλων δυνάμεων ανησυχητικά στοιχεία της δεν είναι μόνο η ένταση των εξοπλισμών και ο τρόπος χρήσης της Τεχνητής Νοημοσύνης, αλλά η συστηματική περιθωριοποίηση των λαών, η απόλυτη χρέωσή τους με το οικονομικό κόστος αυτής της αναμέτρησης, αλλά και με τις «παράπλευρες απώλειες» όταν αυτές είναι αναγκαίες.

Η ανάλυση του Θάροου για μια τριμερή αναμέτρηση μεταξύ ΗΠΑ, Ιαπωνίας και Ευρώπης ξεπεράστηκε γρήγορα από την ίδια τη ζωή. Η Ιαπωνία εγκλωβίστηκε σε μια παρατεταμένη οικονομική στασιμότητα, η Ευρωπαϊκή Ένωση εξαιτίας της φύσης της ως ιμπεριαλιστική ένωση εκτός από το να «ενώνει» αντιλαϊκά συμφέροντα δεν μπορεί να ξεπεράσει αντιθέσεις και ανταγωνισμούς, ανίκανη να διαχειριστεί τις εσωτερικές κρίσεις συνοχής της, ενώ οι ΗΠΑ κέρδισαν χρόνο και διατήρησαν τα ηνία χάρη στη μεταφορά χρέους στους υποτελείς τους, αλλά και της τεχνολογικής έκρηξης που πέτυχαν. 

Ωστόσο, η πραγματική ανατροπή αυτής της θεώρησης ήρθε από την Ανατολή. Η ανάδειξη της Κίνας ως οικονομικής και τεχνολογικής υπερδύναμης άλλαξε ριζικά τους όρους του παιχνιδιού. Το Πεκίνο πέτυχε αυτό που η Ιαπωνία δεν μπόρεσε ποτέ: Να συνδυάσει την παραγωγική γιγάντωση με μια εντελώς ανεξάρτητη, επιθετική γεωστρατηγική ατζέντα και έναν ισχυρό στρατό. Το σημερινό δίπολο ΗΠΑ - Κίνας αποτελεί τον κεντρικό άξονα μιας παγκόσμιας αναμέτρησης που δεν διεξάγεται με το «γάντι» των εμπορικών κανόνων, αλλά με όρους ισχύος.

Παράλληλα, όλες οι εξελίξεις δείχνουν ότι οι αγορές δεν αυτορρυθμίζονται ειρηνικά. Ο παρατεταμένος πόλεμος στην Ουκρανία, η γενοκτονία των Παλαιστινίων στη Γάζα, οι επεμβάσεις στη Βενεζουέλα, η ένταση του απάνθρωπου αποκλεισμού της Κούβας από τις ΗΠΑ και οι διαρκείς αναταράξεις στην αφρικανική ήπειρο συνθέτουν το κάδρο ενός κόσμου που φλέγεται. Η οικονομική αλληλεξάρτηση, αντί για εγγυητής ειρήνης, έχει γίνει ένα εργαλείο επιβολής της θέλησης του ισχυρότερου. Οι εφοδιαστικές αλυσίδες, τα μικροτσίπ, τα λιπάσματα, οι σπάνιες γαίες, τα σιτηρά, το φυσικό αέριο και το πετρέλαιο μετατράπηκαν στα νέα «πυρομαχικά» των μεγάλων καπιταλιστικών κέντρων.

Σε αυτό το πλαίσιο, η περίπτωση του Ιράν είναι εξαιρετικά διδακτική. Πρόκειται για μια περιφερειακή δύναμη που, στερούμενη αυταπατών για τις απειλές που αντιμετώπιζε και αντιμετωπίζει από τον παγκόσμιο ηγεμόνα, αρνήθηκε την υποταγή. Επί δεκαετίες προετοιμάστηκε συστηματικά, και όπως αποδεικνύεται με την ενεργή στήριξη του ιρανικού λαού, για μια αναπόφευκτη αναμέτρηση, αναπτύσσοντας ένα δόγμα για ασύμμετρο πόλεμο (χαμηλού κόστους drones, βαλλιστικούς πυραύλους) και ένα δίκτυο περιφερειακών συμμάχων, μεταφέροντας τη γραμμή άμυνάς του μακριά από τα σύνορά του. Η ενσωμάτωση του Ιράν στον ευρασιατικό άξονα (μέσω BRICS και της συνεργασίας με Κίνα και Ρωσία) ακύρωσε τις δυτικές κυρώσεις, οι οποίες αποδείχθηκαν ότι δεν επαρκούν για να γονατίσουν έναν αποφασισμένο αντίπαλο και όχι μόνο αυτό, η στάση του Ιράν οδήγησε στον επανασχεδιασμό των συσχετισμών στην περιοχή με παγκόσμιο αντίκτυπο. Η πραγματικότητα που διαμορφώθηκε στη Μέση Ανατολή αποδεικνύει ότι το κόστος μιας γενικευμένης σύγκρουσης για τη Δύση είναι πλέον ασύμμετρα υψηλό.

Από όλα αυτά το ερώτημα που τίθεται επιτακτικά είναι αν αυτός ο κόσμος των επιμέρους, οξυμένων αντιθέσεων μπορεί να ισορροπήσει ή αν οδηγούμαστε σε μια παρατεταμένη αναμέτρηση με απρόβλεπτες συνέπειες. Η απάντηση τείνει δυστυχώς προς το δεύτερο. Δεν βρισκόμαστε πια σε έναν κλασικό Ψυχρό Πόλεμο με δύο ιδεολογικά στεγανοποιημένα μπλοκ, αλλά σε μια κατάσταση «πολυπολικότητας χωρίς κανόνες».

Οι διεθνείς οργανισμοί, όπως ο ΟΗΕ, έχουν απαξιωθεί, αδυνατώντας να επιβάλουν το διεθνές δίκαιο ή να σταματήσουν σφαγές αμάχων. Η διάλυση του σοσιαλιστικού στρατοπέδου είχε ήδη αλλάξει το συσχετισμό στον ΟΗΕ και είχε ακυρώσει την όποια θετική επίδραση αυτού του συσχετισμού στο «διεθνές δίκαιο». Σήμερα φαίνεται πιο καθαρά σε συνθήκες απόλυτης ιμπεριαλιστικής κυριαρχίας ότι διεθνές δίκαιο μπορεί να είναι μόνο το δίκαιο του ισχυρού. 

Η διπλωματία έχει μετατραπεί σε μια καθαρά «συναλλακτική» διαδικασία. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι συναντήσεις κορυφής, όπως η επίσκεψη του Ντόναλντ Τραμπ στο Πεκίνο: Την ώρα που ολόκληρες περιοχές του πλανήτη ισοπεδώνονται, οι ηγέτες των υπερδυνάμεων διαπραγματεύονται κυνικά εμπορικές συμφωνίες, πωλήσεις εξοπλισμών και τον έλεγχο στρατηγικών περασμάτων.

Η «ισορροπία» του σύγχρονου κόσμου δεν είναι μια κατάσταση σταθερής ειρήνης, αλλά μια κατάσταση δυναμικής αστάθειας. Οδηγούμαστε σε μια μακρά περίοδο «θερμών» περιφερειακών συγκρούσεων δι' αντιπροσώπων. Οι μεγάλες δυνάμεις αποφεύγουν την απευθείας, ολοκληρωτική πυρηνική σύγκρουση, αλλά αναμετρώνται ανελέητα στο έδαφος τρίτων χωρών, προκαλώντας τεράστια ανθρωπιστικά δράματα, προσφυγικά κύματα και οικονομική εξαθλίωση. Ο κίνδυνος ενός «λάθος υπολογισμού» ή ενός ατυχήματος σε κάποιο θερμό μέτωπο (όπως τα Στενά του Ορμούζ ή τα Στενά της Ταϊβάν) που θα παρασύρει την ανθρωπότητα σε μια γενικευμένη ανάφλεξη, είναι υψηλότερος από ποτέ.

Μέσα σε αυτό το ζοφερό γεωπολιτικό σκηνικό, κίνδυνος για την ανθρωπότητα δεν είναι μόνο οι πύραυλοι και οι οικονομικοί αποκλεισμοί, αλλά και η λαϊκή αδράνεια. Ο κυνισμός, η παραίτηση και η πεποίθηση ότι «τίποτα δεν αλλάζει» ή ότι «οι αποφάσεις παίρνονται ερήμην μας» αποτελούν το καλύτερο λίπασμα για την ασυδοσία των κυρίαρχων αστικών τάξεων όπου Γης. Όταν οι κοινωνίες μετατρέπονται σε παθητικούς θεατές, διευκολύνουν τη μετατροπή του πλανήτη σε μια απέραντη αρένα ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών.

Οι λαοί δεν πρέπει και δεν μπορούν να μείνουν αδρανείς. Έχουν χρέος, μέσα από τις διεκδικήσεις και τους αγώνες τους, να παρέμβουν δυναμικά και να αλληλεπιδράσουν με τις κυρίαρχες τάσεις των ιμπεριαλιστικών κέντρων, ανατρέποντας τους σχεδιασμούς της κορυφής. 

Οι άρχουσες τάξεις χρησιμοποιούν διαχρονικά τον σοβινισμό, τον εθνικισμό και τον καλλιεργημένο φόβο για να δικαιολογήσουν τους εξοπλιστικούς προϋπολογισμούς και τις στρατιωτικές επεμβάσεις. Τα λαϊκά κινήματα πρέπει να αντιτάξουν τη γνήσια ταξική διεθνή αλληλεγγύη. Οι παγκόσμιες κινητοποιήσεις ενάντια στη γενοκτονία στη Γάζα δείχνουν τον δρόμο. Άλλωστε όταν το εγχώριο πολιτικό κόστος για μια κυβέρνηση γίνεται δυσβάσταχτο λόγω της λαϊκής κατακραυγής, οι κυνικοί σχεδιασμοί των επιτελείων αναγκάζονται να αναδιπλωθούν. Το αίτημα για ειρήνη δεν θα επιβληθεί από τους διπλωμάτες των υπερδυνάμεων, αλλά από τα κάτω, από την εργατική τάξη και τους συμμάχους της συνδεδεμένο με το αίτημα της ανατροπής της καπιταλιστικής εξουσίας.

Οι γεωπολιτικοί ανταγωνισμοί δεν είναι αφηρημένες καταστάσεις, χρηματοδοτούνται άμεσα από την υλική υποβάθμιση της ζωής των εργαζομένων, με άλλα λόγια είναι μια επιλογή με ταξικό πρόσημο. Η ακρίβεια στα τρόφιμα και την Ενέργεια, ο πληθωρισμός, η διάλυση της Δημόσιας Υγείας και Παιδείας προκειμένου να χρηματοδοτηθούν ΝΑΤΟικοί εξοπλισμοί ή πολεμικές βιομηχανίες είναι η επιβεβαίωση. Οι κοινωνικοί αγώνες για δίκαιους μισθούς, εργασιακά δικαιώματα και δημόσια αγαθά αποτελούν στην πραγματικότητα μια άμεση, δομική αμφισβήτηση της προτεραιότητας που δίνουν οι άρχουσες τάξεις στα γεωστρατηγικά τους σχέδια έναντι των ανθρώπινων αναγκών, αλλά και της ίδιας της εξουσίας τους.

Οι λαοί κατέχουν τη δύναμη να βάλουν «άμμο» στα γρανάζια της πολεμικής μηχανής, επιλέγοντας την πολιτική ανυπακοή και την άρνηση τους να γίνουν συνένοχοι στις πολιτικές τους. Η άρνηση της συνενοχής είναι ένα  βήμα για την ανάκτηση της κοινωνικής αξιοπρέπειας, τη συνέχιση και ανάπτυξη του αγώνα.

Η Ιστορία γράφεται από τα κάτω. Η ιστορική εμπειρία το επιβεβαιώνει. Οι μεγάλες αλλαγές δεν έρχονται ποτέ ως δώρο από την κορυφή. Οι κυρίαρχες τάξεις, οι πολυεθνικοί κολοσσοί και οι στρατιωτικοί συνασπισμοί φαντάζουν μονολιθικοί και ανίκητοι, αλλά στην πραγματικότητα είναι εξαιρετικά ευάλωτες δομές όταν χάσουν τη λαϊκή συναίνεση. Η μεγαλύτερη απειλή για κάθε ηγεμόνα δεν είναι ο στρατός του αντιπάλου του, αλλά η στιγμή που ο δικός του λαός θα αρνηθεί να θυσιαστεί για τα συμφέροντά του.

Τριάντα χρόνια μετά τις αναλύσεις του Λέστερ Θάροου, ο κόσμος μας είναι αναμφίβολα πιο επικίνδυνος, πιο κυνικός και πιο απρόβλεπτος. Όμως, η μοιρολατρία είναι ο σίγουρος δρόμος προς την καταστροφή. Η επιλογή της ενεργούς δράσης, της διεκδίκησης και της διεθνούς αλληλεγγύης των λαών δεν είναι απλώς μια ιδεολογική ή ηθική στάση, είναι μια πράξη ιστορικής επιβίωσης. Αν οι λαοί δεν επιβάλλουν με την κατάληψη της εξουσίας τις δικές τους αξίες -την ειρήνη, την κοινωνική δικαιοσύνη, την προστασία της ανθρώπινης ζωής- τότε το μέλλον της ανθρωπότητας θα συνεχίσει να γράφεται με μελανά χρώματα και αίμα πάνω στις γεωπολιτικές σκακιέρες των «ισχυρών».

Μέσα σε αυτό το τοπίο της γενικευμένης σύγχυσης και του συμβιβασμού, το ΚΚΕ, αρνούμενο να στοιχηθεί πίσω από τον έναν ή τον άλλο ιμπεριαλιστικό πόλο και μακριά από τις αυταπάτες της «ειρηνικής τους συνύπαρξης» εντός του καπιταλιστικού τους συστήματος, φωτίζει την πραγματική ρίζα του προβλήματος: Την αντίθεση ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία.

Η θέση του Κόμματος για πλήρη απεμπλοκή της Ελλάδας από τους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς και τους πολεμικούς άξονες, η απαίτηση να κλείσουν οι ξένες βάσεις του θανάτου και η σταθερή εναντίωσή του στη συμμετοχή του ελληνικού στρατού σε αποστολές εκτός συνόρων, δεν αποτελούν μια παθητική στάση ουδετερότητας. Αντίθετα, αποτελούν μια ενεργή, επιθετική πολιτική διεθνισμού και υπόδειγμα για τη δράση άλλων ταξικών κομμάτων και κινημάτων όπου Γης. Το ΚΚΕ εξοπλισμένο ιδεολογικά και πολιτικά δείχνει στην πράξη ότι οργάνωση της πάλης σημαίνει σύνδεση του αγώνα ενάντια στον πόλεμο με την πάλη για την ανατροπή του συστήματος που τον γεννά. Με τις πρωτοβουλίες του στο εργατικό κίνημα -από το μπλοκάρισμα της μεταφοράς ΝΑΤΟικού οπλισμού στα λιμάνια μέχρι την καθημερινή πάλη ενάντια στην ακρίβεια και τις πολεμικές δαπάνες- αποδεικνύει ότι η μόνη «υπερδύναμη» που μπορεί να βάλει φρένο στα εγκλήματα των μονοπωλίων είναι ο ίδιος ο οργανωμένος λαός.

Αντώνης Μαλάμης

902gr 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου