«Πιστή» στο ραντεβού της είναι η σοσιαλδημοκρατία και σε αυτήν τη φάση που κρίνονται τα «μεγάλα και σημαντικά» για την αστική τάξη και το κράτος της, για τη σταθερότητα της αντιλαϊκής πολιτικής, τη «συνοχή» και την ενσωμάτωση της λαϊκής δυσαρέσκειας. Με την αστική τάξη άλλωστε να δίνει μάχη στα αλώνια των σφοδρών ανταγωνισμών, φορτώνοντας τα σπασμένα της πολεμικής προετοιμασίας και εμπλοκής στους εργαζόμενους, η σοσιαλδημοκρατία δηλώνει «παρούσα», στη γνώριμη αποστολή της.
Αυτό μαρτυρούν οι διεργασίες αναμόρφωσης στο πολιτικό σύστημα και οι ζυμώσεις ειδικά μεταξύ ΠΑΣΟΚ, Τσίπρα, ΣΥΡΙΖΑ κ.λπ., με «ένα το κρατούμενο» γι' αυτές τις δυνάμεις την πείρα που έχουν - και την οποία διαφημίζουν - για την εξουδετέρωση της λαϊκής δυσαρέσκειας.
Σε μια τέτοια κατεύθυνση ξεχωρίζει το τελευταίο διάστημα η συζήτηση γύρω από τα διάφορα μοντέλα έντασης της εκμετάλλευσης μέσα από τη «διευθέτηση» του εργάσιμου χρόνου (π.χ. το περιβόητο τετραήμερο), που παρουσιάζονται από το ΠΑΣΟΚ αλλά και από τον Τσίπρα ως «καινοτόμα» εργαλεία για τη μέγιστη δυνατή κοινωνική συναίνεση.
Χαρακτηριστικά είναι όσα ειπώθηκαν σε προπαγανδιστική εκπομπή του ΠΑΣΟΚ με τη συμμετοχή του εκπρόσωπου Τύπου του κόμματος Κ. Τσουκαλά και του τομεάρχη Εργασίας Π. Χρηστίδη.
Το «πιάτο» του παραγωγικού μοντέλου με τη συνταγή της «διευθέτησης»
«Aντί να υπάρξει μετά την κρίση επένδυση στην παραγωγικότητα και στις νέες τεχνολογίες (...) ακολουθήθηκε το μοντέλο της ευελιξίας χωρίς ασφάλεια, γιατί υπάρχει και η ευελιξία με ασφάλεια», τόνισαν χαρακτηριστικά τα στελέχη του ΠΑΣΟΚ, ξεδιπλώνοντας τα άγχη τους για την «άνοδο της παραγωγικότητας», όπως λέγεται στη γλώσσα του κεφαλαίου η ένταση της εκμετάλλευσης των εργατών. Ετσι, η πρότασή τους για το λεγόμενο «παραγωγικό μοντέλο» περιλαμβάνει και την οργάνωση του χρόνου εργασίας με «ευέλικτα» μοντέλα, όπως τα «τετραήμερα», με στόχο να ανέβει η πολυπόθητη παραγωγικότητα της εργασίας και να θωρακιστεί η ανταγωνιστικότητα των ομίλων.
Μάλιστα σημείωσαν ότι αυτό έχει επισημανθεί πολλές φορές και από τον ίδιο τον ΣΕΒ, θέτοντας και τους σχετικούς αστερίσκους για το πού κατευθύνονται τα κονδύλια της ΕΕ και το κατά πόσο αυτά συμβάλλουν στην παραγωγικότητα.
Σε κάθε περίπτωση, η σοσιαλδημοκρατία και σε αυτό το πεδίο δίνει όλο της το «είναι» προκειμένου ο λαός να στοιχηθεί πίσω από επιδιώξεις των ομίλων για ένταση της εκμετάλλευσης. Σε μια τέτοια κατεύθυνση, και αναπαράγοντας τη γνωστή καραμέλα, επισημαίνουν ότι αν ανέβει η παραγωγικότητα θα επέλθει ευημερία και στις επιχειρήσεις και στους εργαζόμενους, προσθέτοντας πως αν αυξηθεί ο πλούτος «μπορεί να αναδιανεμηθεί μέσω Συλλογικών Συμβάσεων και μείωση ωρών».
Πρόκειται για το δηλητήριο που διαχρονικά ρίχνει η σοσιαλδημοκρατία προκειμένου να εγκλωβίσει τη λαϊκή δυσαρέσκεια. Τι λένε; Οτι αν μεγιστοποιηθεί η κερδοφορία, τότε τάχα βγαίνουν όλοι ωφελημένοι. Ομως τα κέρδη είναι δεμένα με την ένταση της εκμετάλλευσης των εργαζομένων, με το κλέψιμο από τον απλήρωτο εργάσιμο χρόνο, είτε με τη μορφή της επέκτασής του είτε με την επιμήκυνση της απλήρωτης δουλειάς μέσα στο ωράριο εργασίας, ή και με τα δύο. Οι ίδιοι οι εργαζόμενοι ξέρουν πως όταν οι εργοδότες τους λένε «αν πάμε καλά, και εσείς θα κερδίσετε», αυτό σημαίνει ακόμα μεγαλύτερη επίθεση.
Ακόμα πιο διαφωτιστική εδώ είναι η τοποθέτηση των στελεχών του ΠΑΣΟΚ: «Οι ΣΣΕ είναι ο τρόπος με τον οποίο μπορώ το αποτέλεσμα της οικονομικής ανάπτυξης, αν αυξάνεται ο πλούτος, να έχω τη δυνατότητα να διανεμηθεί ισότιμα και στον κόσμο της εργασίας. Αν μια επιχείρηση ή ένας κλάδος έχει κερδοφορία 20%, να μπορεί και ο εργαζόμενος να αναζητήσει μια σχετικά αντίστοιχη αύξηση του εισοδήματός του». Δηλαδή Συλλογικές Συμβάσεις και μισθοί στα όρια της ανταγωνιστικότητας και της αντοχής των κερδών, με «κοστολογημένα και ρεαλιστικά» πάντα μισθολογικά όρια και όρους, σαν κι αυτές που υπογράφουν τα στελέχη τους σε μια σειρά κλάδους, π.χ. Τουρισμό, Επισιτισμό και αλλού. Αυτά δηλαδή που κατοχυρώνει η «Κοινωνική Συμφωνία» που ψηφίστηκε και υπέγραψαν ο ΣΕΒ με την κυβέρνηση και τον εκατομμυριούχο πρόεδρο της ΓΣΕΕ, κεντρικό συνδικαλιστή του ΠΑΣΟΚ εδώ και δεκαετίες.
Ζήτω η «διευθέτηση»...
Κλείνοντας το μάτι ειδικά στα μονοπώλια των νέων τεχνολογιών, εκεί δηλαδή που η εργοδοσία έχει κάνει καθεστώς το να χάνεται το όριο μεταξύ εργάσιμου και ελεύθερου χρόνου, με τα ωράρια να διαχέονται σε όλο το 24ωρο, τα στελέχη του ΠΑΣΟΚ ξεδίπλωσαν και τις θέσεις τους για τη «διευθέτηση» του εργάσιμου χρόνου.
Για το «τετραήμερο», προκειμένου να μην υπάρχουν παρερμηνείες, τόνισαν ότι η εφαρμογή αυτού του «ευέλικτου μοντέλου» δεν αφορά το «μανάβικο της γειτονιάς» αλλά κλάδους «υψηλής έντασης της εργασίας» σε τμήματα όπως HR (Διεύθυνση Ανθρώπινου Δυναμικού) και Διευθύνσεις Πληροφορικής. Αυτό ακριβώς δηλαδή που έφερε η εργοδοσία του ΟΤΕ σαν πρόταση στην επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση, με τους συνδικαλιστές του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ να το υπογράφουν και με τα δυο χέρια!
Ο δε τομεάρχης Εργασίας του ΠΑΣΟΚ, εφαρμόζοντας τη γνωστή μεθοδολογία της σοσιαλδημοκρατίας, ανέδειξε παραδείγματα από χώρες της ΕΕ για να ισχυριστεί ότι τέτοια μοντέλα είναι «φιλεργατικά», όμως στη χώρα μας «εφαρμόζονται λάθος».
Ας θυμηθούμε όμως επιγραμματικά τι σημαίνει το μοντέλο «100-80-100», δηλαδή 100% παραγωγικότητα - 80% εργασία - 100% μισθός, που προπαγανδίζει το ΠΑΣΟΚ:
- Ισλανδία: Υπήρξε από τις πρώτες χώρες που εφάρμοσαν πιλοτικά τέτοιο πρόγραμμα, από το 2015 έως το 2019, το οποίο αφορούσε 2.500 εργαζόμενους. Και εκεί διακηρυγμένος στόχος ήταν η αύξηση της παραγωγικότητας, την οποία βέβαια οι εργαζόμενοι δεν θα λάμβαναν ως αύξηση στον μισθό τους αλλά ως «επιπλέον ελεύθερο χρόνο», αφού πρώτα θα έχουν «στάξει» στη δουλειά.
- Βρετανία: Το 2022 οι εργαζόμενοι που εντάχθηκαν πιλοτικά στο πρόγραμμα είχαν συμφωνήσει να δουλέψουν «100-80-100». Εναν χρόνο μετά δημοσιεύτηκε στο BBC ότι σε ορισμένες επιχειρήσεις του τραπεζικού κλάδου και των Κατασκευών η εντατικοποίηση αυξήθηκε, ενώ η εργάσιμη μέρα παρατάθηκε έως 2 ώρες.
- Βέλγιο: Η περίφημη τετραήμερη εργασία δεν σήμαινε λιγότερη εργασία, αλλά συμπίεση του ίδιου ή και μεγαλύτερου όγκου δουλειάς σε λιγότερες μέρες.
- Γερμανία: Σε επιχειρήσεις Τηλεπικοινωνιών και Πληροφορικής καταγράφηκαν φαινόμενα όπου οι εργαζόμενοι αναζητούσαν τρόπους αύξησης της έντασης της εργασίας, για να μπορέσουν να ανταποκριθούν στους στόχους μέσα στον διαθέσιμο χρόνο.
- Ισπανία: Το πιλοτικό πρόγραμμα τετραήμερης εργασίας θα εφαρμοζόταν στις επιχειρήσεις που το επιθυμούσαν για 3 χρόνια. Αυτές βέβαια επιδοτήθηκαν με 200.000 ευρώ κατά μέσο όρο η καθεμία από τον κρατικό προϋπολογισμό, προκειμένου «να μειωθεί το ρίσκο» των επιχειρηματιών.
...των «βέλτιστων» ευρωπαϊκών πρακτικών
Αξιοποιώντας το επιχείρημα ότι η Ελλάδα είναι «δέσμια της ιδεοληψίας της κυβέρνησης», η σοσιαλδημοκρατία υμνεί συνεχώς τις αντιλαϊκές κατευθύνσεις της ΕΕ ως παράδειγμα προς εφαρμογή στη χώρα μας. Και εδώ ακριβώς βρίσκεται το πρόβλημα, καθώς είναι αυτές οι στρατηγικές κατευθύνσεις της ΕΕ που έχουν εφαρμόσει όλες οι κυβερνήσεις διαχρονικά, και έχουν κάνει τον εργάσιμο χρόνο ακορντεόν και βδομαδιάτικο μέσο όρο.
Γιατί είναι όλες οι Ευρωπαϊκές Οδηγίες που έφεραν τα «μοντέλα διευθέτησης», τη δυνατότητα για δουλειά έως και 13 ώρες τη μέρα και την αύξηση των υπερωριών με αντιστάθμισμα άδεια ή ρεπό, με πιο εμβληματική την ΕΚ/88/2003 για την οργάνωση του χρόνου εργασίας, η οποία στην Ελλάδα ενσωματώθηκε το 2017 από τη συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ (με Τσίπρα) - ΑΝΕΛ και εφαρμόστηκε πρώτη φορά στους γιατρούς, με αύξηση των εβδομαδιαίων ορών εργασίας στις 60. Είναι οι ίδιες «καλές πρακτικές» οι οποίες ενσωματώθηκαν στον νόμο Χατζηδάκη το 2021, με το ΠΑΣΟΚ να ψηφίζει το 70% του τότε νομοσχεδίου και ο ΣΥΡΙΖΑ το 35% των διατάξεων!
Ομιλος ΟΤΕ: Ευελιξία και κλοπή χρόνου στις «καινοτομίες» που υπογράφουν ΝΔ - ΠΑΣΟΚ
Ενδεικτικό τού τι εννοεί η σοσιαλδημοκρατία όταν μιλά για καινοτόμα μοντέλα εργάσιμου χρόνου είναι ΣΣΕ που υπέγραψαν οι συνδικαλιστές του ΠΑΣΟΚ στον όμιλο ΟΤΕ.
Πέρα από τα πέντε διαφορετικά μοντέλα διευθέτησης του εργάσιμου χρόνου, χαρακτηριστικά είναι και όσα προβλέπονται για την ψηφιακή κάρτα εργασίας.
Οπως σημειώνει η ΕΣΚ - ΟΤΕ (συνδικαλιστές που συσπειρώνονται στο ΠΑΜΕ), ο χρόνος εργασίας ξεκινά αφού ο εργαζόμενος καθίσει στο γραφείο, ανοίξει τον υπολογιστή και πραγματοποιήσει Clock In (χτύπημα εισόδου). Η εφαρμογή αφορά αποκλειστικά την εργασία εντός του Διοικητικού Μεγάρου, χωρίς να περιλαμβάνει τηλεργασία, εργασία κατά τη διάρκεια stand-by, έκτακτα call out ή προγραμματισμένες εργασίες εκτός ωραρίου. Μάλιστα, δεν διασφαλίζεται σε καμία περίπτωση ο αναγκαίος ημερήσιος χρόνος ανάπαυσης (11ωρο).
Η ΕΣΚ καταγγέλλει πως η αναφορά σε χρόνο προετοιμασίας σημαίνει 20 λεπτά κλεμμένα κάθε μέρα από την είσοδο στο κτίριο μέχρι το χτύπημα της κάρτας, ενώ δημιουργούνται οι προϋποθέσεις για τον διαχωρισμό του εργάσιμου χρόνου σε ενεργό και ανενεργό. «Ετσι κυλάει ο "τέντζερης" των ευέλικτων μορφών εργασίας και βρίσκει το "καπάκι" της ψηφιακής κάρτας, καθώς μόνος σκοπός όλων αυτών των "καινοτομιών" είναι όλα τα έργα να βγαίνουν πιο γρήγορα και πιο επιθετικά και τελικά να δουλεύουμε όσο, όποτε και όπως απαιτούν τα αφεντικά μας», σημειώνει η ΕΣΚ.
Επιπλέον, καταγγέλλει την πλειοψηφία στο επιχειρησιακό Σωματείο των εργαζομένων στον ΟΤΕ (δυνάμεις ΠΑΣΟΚ/ΝΔ), που υλοποιούν τις επιδιώξεις της εργοδοσίας, ενώ με θράσος παρουσιάζουν τα «ευέλικτα μοντέλα» ως ...παροχές για τους εργαζόμενους.
«Η προστασία του εργάσιμου χρόνου δεν θα έρθει από κανένα ψηφιακό εργαλείο ούτε από τις κυβερνήσεις που νομοθετούν για λογαριασμό της εργοδοσίας. Θα επιβληθεί μόνο από τους ίδιους τους εργαζόμενους, μέσα από τα σωματεία τους, σε σύγκρουση με την εργοδοσία και προσπερνώντας τις συνδικαλιστικές πλειοψηφίες που αποδέχονται ως μονόδρομο την ευελιξία και τη διευθέτηση του εργάσιμου χρόνου», ξεκαθαρίζει η ΕΣΚ.
Δύο οι δρόμοι
Οι εργαζόμενοι δεν έχουν κανέναν λόγο να διαλέξουν ανάμεσα σε «διαφορετικά μοντέλα» έντασης της εκμετάλλευσης που τους πλασάρουν κάθε λογής «σωτήρες», για τη θωράκιση των κερδών των ομίλων. Δεν έχουν κανέναν λόγο να στρατευτούν πίσω από τα οράματα που προϋποθέτουν το τσάκισμα των δικαιωμάτων τους, τη δουλειά και τη ζωή «κατά μέσο όρο», που εξαφανίζει τον ελεύθερο χρόνο και μετατρέπει την καθημερινότητα σε εφιάλτη.
Στον αντίποδα, έχουν κάθε λόγο να ενισχύσουν τον αγώνα για 7ωρο - 5ήμερο - 35ωρο, δηλαδή για σταθερό και μάλιστα μειωμένο ημερήσιο εργάσιμο χρόνο. Αυτή η διεκδίκηση, βέβαια, που ανταποκρίνεται στις ανάγκες τους και στις σύγχρονες δυνατότητες της τεχνολογίας και της παραγωγής, προϋποθέτει να πληγεί η αντιλαϊκή σταθερότητα, να χάσει το κεφάλαιο.
Το δίλημμα λοιπόν δεν κρύβεται:
Από τη μία είναι οι δυνάμεις που ορκίζονται στην ένταση της εκμετάλλευσης, στη θωράκιση της παραγωγικότητας και της ανταγωνιστικότητας, που δίνουν όλο τους το «είναι» για τη σταθερότητα της ζούγκλας της «ευελιξίας».
Και από την άλλη ο δρόμος της σύγκρουσης για να κερδίσει ο λαός την ίδια του τη ζωή, για να έχει σταθερό ελεύθερο χρόνο, που δεν θα είναι όσες ώρες «περισσεύουν» από τα «θέλω» της εργοδοσίας.
Από τη μία είναι οι κυβερνήσεις και η βολική αντιπολίτευση, που σε μοιρασμένους ρόλους και από διαφορετικούς δρόμους υπηρετούν τη βαρβαρότητα της δουλειάς όπως, όποτε και από όπου θέλει η εργοδοσία.
Και από την άλλη είναι το ΚΚΕ, που δείχνει τον δρόμο της ανατροπής και της εργατικής εξουσίας, που καταργεί την εκμετάλλευση και μαζί της ξηλώνει όλα τα «μοντέλα» και τις «διευθετήσεις» της.
- Αναδημοσίευση από το «Ριζοσπάστη», από το 4σέλιδο «Εργαζόμενοι και Κοινωνική Συμμαχία», Πέμπτη 16 Ιουλίου 2026
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου