Σάββατο 18 Ιουλίου 2026

Η αρχαιολογία της κατοχής στην Παλαιστίνη

 

Αποψη του αρχαιολογικού χώρου της λεγόμενης «Πόλης του Δαυίδ», Ανατολική Ιερουσαλήμ
Αποψη του αρχαιολογικού χώρου της λεγόμενης «Πόλης του Δαυίδ», Ανατολική Ιερουσαλήμ
Στο πλαίσιο της μακρόχρονης σιωνιστικής διεκδίκησης για την κατοχή των παλαιστινιακών εδαφών, ιδιαίτερα σημαντικό εργαλείο προπαγάνδας αποτέλεσε η λεγόμενη «Βιβλική Αρχαιολογία». Από τις αρχές του 20ού αιώνα, Βρετανοί και Αμερικανοί αρχαιολόγοι - όταν ακόμη η Παλαιστίνη αποτελούσε τμήμα της βρετανικής αποικιακής κυριαρχίας στη Μέση Ανατολή - άρχισαν να αναζητούν αρχαιολογικές ενδείξεις για την αρχαία ιστορία της περιοχής και πραγματοποίησαν ανασκαφικές αποστολές, με σκοπό να εξακριβώσουν κατά πόσον τα ιστορικά γεγονότα που αναφέρονται στη Βίβλο μπορούσαν να επιβεβαιωθούν από αρχαιολογικά δεδομένα.

Ανάμεσα στα σημαντικότερα πρόσωπα της Βιβλικής Αρχαιολογίας κατά το πρώτο μισό του 20ού αιώνα συγκαταλέγονται οι δύο Αμερικανοί αρχαιολόγοι William F. Albright και Nelson Glueck. Ο πρώτος θεωρείται ευρέως ο θεμελιωτής της Βιβλικής Αρχαιολογίας. Βαθιά θρησκευόμενος, αντιμετώπιζε την αρχαιολογική έρευνα ως μέσο επιβεβαίωσης της ιστορικότητας των βιβλικών αφηγήσεων. Ο δεύτερος, ο οποίος είχε χειροτονηθεί ραβίνος του μεταρρυθμιστικού Ιουδαϊσμού τη δεκαετία του 1920, συνέχισε μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο το έργο του Albright, προβάλλοντας την αρχαιολογία ως μέσο τεκμηρίωσης της ιστορικής συνέχειας ανάμεσα στο βιβλικό βασίλειο του Ισραήλ και το νεοσύστατο κράτος.

Σε μια νέα διάσταση


Αποψη της παλαιστινιακής συνοικίας Σιλουάν από τον αρχαιολογικό χώρο της λεγόμενης «Πόλης του Δαυίδ»
Με την ίδρυση όμως του κράτους του Ισραήλ, η σχέση ανάμεσα στην αρχαιολογία και την πολιτική απέκτησε μια νέα διάσταση. Δεν επρόκειτο πλέον μόνο για την αξιοποίηση της αρχαιολογίας ως μέσου αποικιακής κυριαρχίας. Σε σημαντικό μέρος της αρχαιολογικής έρευνας τα ίδια τα ερευνητικά ερωτήματα άρχισαν να διαμορφώνονται έτσι ώστε τα αρχαιολογικά και ιστορικά δεδομένα να χρησιμοποιούνται για την επιβεβαίωση μιας εθνικής και θεοκεντρικής αφήγησης, η οποία παρουσιαζόταν ως ιστορικό θεμέλιο και πολιτική νομιμοποίηση του νεοσύστατου κράτους του Ισραήλ.

Η τάση αυτή ενισχύθηκε ακόμη περισσότερο μετά το 1967, όταν ένα σημαντικό τμήμα της ισραηλινής αρχαιολογίας υιοθέτησε συστηματικά αυτή την ερευνητική κατεύθυνση. Στόχος δεν ήταν πλέον απλώς η διερεύνηση της ιστορικής πραγματικότητας, αλλά η τεκμηρίωση της βιβλικής αφήγησης ως ιστορικής αλήθειας και, κατ' επέκταση, η ενίσχυση των εδαφικών διεκδικήσεων του κράτους μέσω της επίκλησης του παρελθόντος. Αυτό δεν σημαίνει βεβαίως ότι η προσέγγιση αυτή έγινε αποδεκτή από το σύνολο της ισραηλινής και της διεθνούς ακαδημαϊκής κοινότητας, καθώς δεν έλειψαν σημαντικές φωνές που αμφισβήτησαν τόσο τις μεθόδους όσο και τα συμπεράσματά της. Π.χ. ο Israel Finkelstein εδώ και δεκαετίες επιχειρεί να επαναφέρει την αρχαιολογική έρευνα στις περιοχές που σήμερα καταλαμβάνουν το Ισραήλ και η Παλαιστίνη σε αυστηρά επιστημονικές βάσεις. Μέσα από την κριτική επανεξέταση των αρχαιολογικών δεδομένων έχει καταρρίψει πολλές από τις ερμηνείες που είχαν πλέον παγιωθεί ως σχεδόν αυτονόητες στη βιβλική αρχαιολογία, όπως η αντίληψη ότι το Ισραήλ του 10ου αιώνα π.Χ. αποτελούσε ένα ισχυρό και εκτεταμένο βασίλειο υπό τη μοναρχία του Δαυίδ. Απέναντι όμως σε αυτές τις προσεγγίσεις εξακολουθούν να αντιπαρατίθενται πολλές άλλες φωνές της ακαδημαϊκής κοινότητας, όπως εκείνη του William Dever, οι οποίες, βασιζόμενες πρωτίστως στο κείμενο της Βίβλου, δεν διστάζουν να προσαρμόζουν την αρχαιολογική μαρτυρία, ώστε να εναρμονίζεται με τη βιβλική αφήγηση.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα. Σύμφωνα με τη βιβλική αφήγηση, το ενωμένο βασίλειο του Δαυίδ χρονολογείται στον 10ο αιώνα π.Χ., ενώ η Ιερουσαλήμ περιγράφεται ως μια ισχυρή πρωτεύουσα, ως ένα ισχυρό κέντρο εφοδιασμένο με επιβλητικά τείχη και μνημειώδη δημόσια έργα. Εδώ και δεκαετίες η αρχαιολογική έρευνα επιχειρεί να εντοπίσει τα κατάλοιπα αυτής της πόλης. Μέχρι σήμερα, όμως, όχι μόνο δεν έχουν βρεθεί τα μνημεία που θα δικαιολογούσαν μια τόσο ανεπτυγμένη πολιτική οργάνωση, αλλά πλήθος αρχαιολογικών δεδομένων υποδηλώνει ότι η Ιερουσαλήμ του 10ου αιώνα π.Χ. δεν ήταν παρά ένας μικρός οικισμός, πολύ διαφορετικός από τη μεγαλόπρεπη πρωτεύουσα που περιγράφει η Βίβλος. Η διαφωνία αυτή έχει οδηγήσει σε μια μακρόχρονη επιστημονική αντιπαράθεση σχετικά με τη χρονολόγηση και την ερμηνεία των αρχαιολογικών δεδομένων της πρώιμης Ιερουσαλήμ. Ενδεικτική υπήρξε η αντιπαράθεση που προκάλεσε το 2005 η Eilat Mazar, όταν ανακοίνωσε ότι είχε ανακαλύψει το ανάκτορο του Δαυίδ στην Ανατολική Ιερουσαλήμ, παρότι τα κτίρια δεν μπορούσαν να χρονολογηθούν με ασφάλεια στον 10ο αιώνα π.Χ. Η ερμηνεία αυτή αμφισβητήθηκε αμέσως από τον Finkelstein, ο οποίος υποστήριξε ότι ούτε η χρονολόγηση ούτε η ταύτιση του ευρήματος μπορούσαν να τεκμηριωθούν από τα διαθέσιμα αρχαιολογικά δεδομένα.

Εξίσου χαρακτηριστική είναι η επίμονη αναζήτηση αρχαιολογικών αποδείξεων για την Εξοδο, δηλαδή την αφήγηση της παραμονής των Ισραηλιτών στην Αίγυπτο και της μετέπειτα εξόδου τους προς τη Χαναάν. Παρά τις δεκαετίες συστηματικών ερευνών, η αρχαιολογία δεν έχει επιβεβαιώσει την ιστορικότητα ενός τέτοιου γεγονότος. Αντίθετα, τα μέχρι σήμερα διαθέσιμα δεδομένα υποδεικνύουν ότι κατά την περίοδο στην οποία η βιβλική παράδοση τοποθετεί την Εξοδο δεν μπορεί ακόμη να αναγνωριστεί ένας ενιαίος λαός του Ισραήλ με κοινή πολιτική συγκρότηση και ενιαία λατρεία του Yahweh. Παρ' όλα αυτά, η αναζήτηση αρχαιολογικών τεκμηρίων συνεχίζεται, καθώς η επιβεβαίωση της βιβλικής αφήγησης εξακολουθεί να θεωρείται από μέρος της βιβλικής αρχαιολογίας ζήτημα μείζονος ιστορικής και ιδεολογικής σημασίας.

Η εργαλειοποίηση της αρχαιολογικής έρευνας

Τα παραδείγματα αυτά δεν αποτελούν μεμονωμένες περιπτώσεις, αλλά εντάσσονται σε ένα ευρύτερο ερμηνευτικό πλαίσιο, το οποίο έχει επισημανθεί τα τελευταία χρόνια από πολλούς μελετητές. Ιδιαίτερα εύστοχη είναι η διατύπωση του Ισραηλινο-παλαιστίνιου αρχαιολόγου Mahmoud Hawari, καθηγητή στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, ο οποίος συνοψίζει ως εξής τον ιδεολογικό ρόλο που ανέλαβε η βιβλική αρχαιολογία: «Η αρχαιολογία κλήθηκε να ενισχύσει τους δεσμούς ανάμεσα στο σύγχρονο κράτος και το αρχαίο Ισραήλ των βιβλικών Γραφών. Αυτός ήταν ο βασικός της ρόλος. Για να επιτευχθεί αυτός ο στόχος, επικεντρώθηκε στους τόπους που αναφέρονται στη βιβλική αφήγηση, ώστε να προσφέρει τα αναγκαία εθνικά σύμβολα και να διαμορφώσει μια νέα αφήγηση που θα συνέδεε τους σημερινούς Ισραηλινούς με τον αρχαίο βιβλικό λαό. Με τον καιρό, όμως, αυτή η προσπάθεια αποδείχθηκε προβληματική. Και τις αντιφάσεις της δεν τις επισημάναμε μόνο εμείς, οι Παλαιστίνιοι αρχαιολόγοι. Σήμερα υπάρχουν και Ισραηλινοί αρχαιολόγοι, ιδίως νεότεροι, που αναγνωρίζουν τα ίδια προβλήματα».

Η συζήτηση γύρω από τις ψευδοεπιστημονικές στρεβλώσεις της βιβλικής αρχαιολογίας έχει ασφαλώς ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς αποκαλύπτει με σαφήνεια τον τρόπο με τον οποίο η αρχαιολογική έρευνα μπορεί να εργαλειοποιηθεί για πολιτικούς σκοπούς. Ωστόσο, υπάρχει ένα ακόμη πιο θεμελιώδες ζήτημα, το οποίο συχνά παραμένει στο περιθώριο. Ακόμη και αν γινόταν δεκτό ότι ορισμένες από τις βιβλικές αφηγήσεις ανταποκρίνονται πράγματι σε ιστορικά γεγονότα και ότι η αρχαιολογία είναι σε θέση να τις επιβεβαιώσει, πώς θα μπορούσε αυτό να συνιστά νομική, πολιτική ή ηθική νομιμοποίηση για τη σημερινή κατοχή και τον εποικισμό των παλαιστινιακών εδαφών, τρεις χιλιάδες χρόνια αργότερα; Με άλλα λόγια, το ουσιαστικό πρόβλημα δεν είναι μόνο κατά πόσο η αρχαιολογία χρησιμοποιείται για να κατασκευάσει μια συγκεκριμένη ιστορική αφήγηση, αλλά και η ίδια η παραδοχή ότι μια αφήγηση για το απώτερο παρελθόν μπορεί να θεμελιώσει σύγχρονα κυριαρχικά δικαιώματα.

Η αρχαιολογική πρακτική μέρος της ίδιας της κατοχής

Η ιδεολογική χρήση της αρχαιολογίας δεν αποτελεί όμως το μοναδικό πρόβλημα. Στη σύγχρονη Παλαιστίνη η αρχαιολογία δεν περιορίζεται στην κατασκευή μιας ιστορικής αφήγησης που νομιμοποιεί το κράτος του Ισραήλ, μετατρέπεται συχνά σε μηχανισμό άσκησης κρατικής εξουσίας. Ιδιαίτερα μέσω της σωστικής αρχαιολογίας, η ανασκαφική δραστηριότητα συνδέεται άμεσα με την κατάληψη, την αναδιοργάνωση και τον έλεγχο του παλαιστινιακού χώρου, καθιστώντας την αρχαιολογική πρακτική μέρος της ίδιας της διαδικασίας της κατοχής.

Η υπόθεση της λεγόμενης «Πόλης του Δαυίδ», στην οποία αναφερθήκαμε προηγουμένως ως παράδειγμα επιστημονικής διαμάχης, αποκαλύπτει και μια δεύτερη, ακόμη πιο προβληματική διάσταση του ζητήματος. Στον παλαιστινιακό συνοικισμό Σιλουάν της Ανατολικής Ιερουσαλήμ, η επιστημονικά αμφισβητούμενη ταύτιση του χώρου με το ανάκτορο του βιβλικού Δαυίδ δεν παρέμεινε μια απλή αρχαιολογική υπόθεση, αλλά μετατράπηκε σε εργαλείο χωρικής αναδιοργάνωσης της Ανατολικής Ιερουσαλήμ: Οι ανασκαφές, η δημιουργία του αρχαιολογικού πάρκου και η διαχείρισή του από οργανισμούς που υποστηρίζουν τον εβραϊκό εποικισμό συνοδεύονται από απαλλοτριώσεις γης και κατεδαφίσεις παλαιστινιακών κατοικιών. Το παράδειγμα του Σιλουάν αποτελεί ουσιαστικά το πρότυπο όσων ακολούθησαν στη Δυτική Οχθη και στην ίδια τη Γάζα, όπου πλέον η αρχαιολογία χρησιμοποιείται φανερότατα για να νομιμοποιήσει την αναδιάταξη του ίδιου του χώρου. Η ανασκαφή προηγείται συχνά της απαλλοτρίωσης, η ανακήρυξη ενός αρχαιολογικού χώρου ακολουθείται από περιορισμούς στην πρόσβαση των Παλαιστινίων, ενώ η «ανάδειξη» της πολιτιστικής κληρονομιάς συνοδεύεται από τη μετατροπή των χώρων αυτών σε ισραηλινούς τουριστικούς προορισμούς και από τη μόνιμη παρουσία στρατιωτικών ή διοικητικών δομών.

Ενδεικτική είναι, για παράδειγμα, η περίπτωση της Σεβάστειας, κοντά στη Ναμπλούς, όπου έργα που παρουσιάστηκαν ως παρεμβάσεις προστασίας και ανάδειξης του αρχαιολογικού χώρου οδήγησαν στην ουσιαστική αποκοπή του από τη σύγχρονη παλαιστινιακή πόλη, συνοδευόμενα από μόνιμη στρατιωτική παρουσία και από την ένταξή του σε ένα δίκτυο ισραηλινών τουριστικών διαδρομών. Τα πρόσφατα κυβερνητικά προγράμματα χρηματοδότησης της «διάσωσης» και «αξιοποίησης» αρχαιολογικών χώρων στη Δυτική Οχθη δείχνουν ότι δεν πρόκειται για μεμονωμένες περιπτώσεις, αλλά για μια συστηματική πολιτική, στην οποία η προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς χρησιμοποιείται ως διοικητικό και νομικό εργαλείο εδαφικής επέκτασης.

Δεν καθορίζει μόνο ποιο παρελθόν θα διασωθεί και πώς θα ερμηνευτεί, αλλά και ποιος νομιμοποιείται να διεκδικήσει έναν τόπο στο παρόν

Αν επιχειρήσουμε να καταλήξουμε σε ορισμένα συμπεράσματα από μια μακρά ιστορία, την οποία προσπαθήσαμε να συνοψίσουμε σε λίγες μόνο γραμμές, οφείλουμε πρώτα απ' όλα να αναλογιστούμε τον ρόλο της κυρίαρχης ιστορίας και της αρχαιολογίας. Ο ρόλος αυτός δεν είναι ποτέ ουδέτερος, αντίθετα συνδέεται πάντοτε με τον λόγο και τα συμφέροντα των κυρίαρχων τάξεων.

Το παράδειγμα της Παλαιστίνης δείχνει πώς η αρχαιολογία μπορεί να γίνει μηχανισμός παραγωγής πολιτικής κυριαρχίας και «πολιτισμικής ηγεμονίας», δηλαδή όργανο της αστικής τάξης για να παρουσιάζει τη δική της κοσμοθεωρία ως κοινή για όλη την κοινωνία. Δεν καθορίζει μόνο ποιο παρελθόν θα διασωθεί και πώς θα ερμηνευτεί, αλλά και ποιος νομιμοποιείται να διεκδικήσει έναν τόπο στο παρόν. Γι' αυτό η επίκληση της πολιτιστικής κληρονομιάς δεν είναι ποτέ ουδέτερη, αποτελεί οργανικό εργαλείο του ιμπεριαλισμού. Μια αρχαιολογία που υπηρετεί την κατοχή δεν προστατεύει το παρελθόν, το μετατρέπει σε όπλο εναντίον του παρόντος.


Luigi LAFASCIANO
Μεταδιδακτορικός Ερευνητής στην Αρχαιολογία και τη Θρησκευτική Ανθρωπολογία
 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου