Συγκρίνοντας τις μεικτές συντάξεις, κύριες και επικουρικές, με συμπληρωμένα τα 35 ή 40 έτη ασφάλισης, θα μπορούσε κανείς να πει με βεβαιότητα ότι οι απολαβές ενός συνταξιούχου πυροσβέστη δεν μπορούν να συγκριθούν με τις αντίστοιχες του μέσου όρου των συνταξιούχων του ιδιωτικού τομέα που φτάνουν στα 800 με 1.000 ευρώ, ενώ εκείνες του μέσου όρου των πυροσβεστών βρίσκονται στα επίπεδα των 1.000 - 1.300 ευρώ. Στον δημόσιο όμως τομέα είναι απολύτως συγκρίσιμες και βεβαίως υπολείπονται κατά πολύ από αυτές των συνταξιούχων των διαφόρων Ταμείων ΔΕΚΟ, με μέσο όρο τα 1.500 ευρώ (βλ. ΟΤΕ, ΔΕΗ, ΟΣΕ, ΕΥΔΑΠ κ.λπ.).
Ολα αυτά είναι αποτέλεσμα των νόμων 4387/2016 (Κατρούγκαλου) και 4670/2020 (Βρούτση), που ήρθαν να επιδεινώσουν τον Ν. 3863/10, με νέα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης και κατεδάφιση των συντάξεων από τον τρόπο υπολογισμού τους σε εθνική και ανταποδοτική σύνταξη, με μειώσεις από 20 έως 30% και με τη θέσπιση της έωλης προσωπικής διαφοράς. Περίπου κατά 40% μέσο όρο εκτιμούνται και οι μειώσεις συντάξεων στους πυροσβέστες.
Μια σειρά άλλων ρυθμίσεων, όπως για παράδειγμα της Κοινωνικής Πρόνοιας, της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, της μη προστασίας της κύριας κατοικίας και των πλειστηριασμών και βεβαίως των ρυθμίσεων με Πράξεις Νομοθετικού Περιεχομένου κατά την περίοδο της πανδημίας, επιδείνωσαν τη βιοτική και υγειονομική κατάσταση των συνταξιούχων.





